Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΡΩΜΙΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ (Μία ψυχολογική προσέγγιση)

Ομιλία του Ψυχίατρου – Ψυχοθεραπευτή  κ. Παντελή Παπαδόπουλου στην Γιορτή Κωνσταντινουπολιτών, 10/11 Οκτωβρίου 2009



Αγαπητοί φίλοι και Συμπατριώτες, κυρίες και κύριοι

Η περιγραφή της έννοιας της ταυτότητας δεν είναι μια απλή υπόθεση, καθότι συμπεριλαμβάνει πολλά γνωρίσματα ενός ατόμου ή μιας ομάδας. Αναφερόμενοι στην εθνική ταυτότητα π.χ. πως θα ορίζαμε προς τρίτους εμάς τους Ρωμιούς της Πόλης που δεν είχαμε ποτέ δικό μας κράτος, ούτε σημαία ως σύμβολο, πέραν του ότι η λέξη Ρωμιός δεν έχει μεταφραστεί σε κάποια ξένη γλώσσα. Καμιά από τις γνωστές δηλώσεις, όπως Έλληνας ή Έλληνας από την Πόλη ή Κων/πολίτης ή ακόμα και Βυζαντινός, δύσκολα μπορεί να εκφράσει αυτό που πραγματικά είμαστε ή νιώθουμε.


Ως γνωστόν η λέξη «Ρωμιός» προέρχεται από το «Ρωμαίος», δηλ τον πολίτη της Ρωμαικής αυτοκρατορίας. Μετά την πτώση του δυτικού ρωμαικού κράτους οι πολίτες του ανατολικού ρωμαικού κράτους, δηλ της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που μιλούσαν ελληνικά και ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι, αποκαλούσαν τον εαυτό τους Ρωμιούς. Η συσχέτιση αυτή εδραιώθηκε κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο και κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την ανταλλαγή πληθυσμών με τη συνθήκη της Λοζάνης, η έννοια Ρωμιός περιορίστηκε σταδιακά στους Ρωμιούς της Πόλης. Άλλοι πληθυσμοί που μιλούν την ελληνική γλώσσα και είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι αποκαλούνται ανάλογα με την περιοχή προέλευσής τους ( Θρακιώτες, Μικρασιάτες, Πόντιοι, Αιγυπτιώτες, Ιμβριώτες κλπ). Τις τελευταίες δεκαετίες και μετά την μαζική μετανάστευση των Ρωμιών της Πόλης άρχισε να επικρατεί το «Κωνσταντινουπολίτης».

Εκτός της εθνικής (ταυτότητας) υπάρχουν και άλλες πλευρές μιας ταυτότητας, η αλληλεπίδραση των οποίων λειτουργεί, εν μέρει τουλάχιστον, ασυνείδητα, πράγμα που επίσης δυσκολεύει την κατανόηση της έννοιας της ταυτότητας. Θα σας αναφέρω μια προσωπική εμπειρία.

Ένοιωσα μεγάλη χαρά όταν το 1976 πήρα την αυστριακή υπηκοότητα. Επιτέλους θα γλίτωνα από τις ταλαιπωρίες στα διάφορα σύνορα εξαιτίας του τουρκικού διαβατηρίου. Η μόνη προυπόθεση πλέον ήταν η επιστροφή του τουρκικού διαβατηρίου και της ταυτότητας στο τουρκικό προξενείο της Βιέννης. Δίνοντας όμως πίσω, κατά κάποιο τρόπο αφαιρώντας από τον εαυτό μου μια για πάντα, τα δύο εκείνα βιβλιαράκια που με όριζαν προς κάθε αρχή και κάθε τρίτο όλα τα προηγούμενα χρόνια, ήταν σαν να είχα χάσει μέρος του εαυτού μου, σαν να είχε πεθάνει κάτι μέσα μου. Η ζάλη που ένιωσα ξαφνικά, και για πρώτη φορά, με ανάγκασε να στηριχτώ κάπου για λίγα δευτερόλεπτα, πριν φύγω από το προξενείο. Τα πραγματικά αίτια του ψυχολογικού αυτού συμπτώματος τα συνειδητοποίησα αργότερα.

Ας δούμε όμως τώρα τι σημαίνει ταυτότητα.

Ταυτότητα έχει ονομαστεί το αποτέλεσμα όλων των συνειδητών και ασυνείδητων πλευρών της προσωπικότητας σε μια ιεραρχία εικόνων του εαυτού που διαρκεί στο χρόνο. Πρόκειται δηλαδή για τον σφαιρικό ρόλο ενός ατόμου στη ζωή και την αίσθηση-αντίληψη του εαυτού του. Δημιουργείται σταδιακά μέσα από διεργασίες ταύτισης με το περιβάλλον από τους πρώτους μήνες της ζωής, κορυφώνεται στο τέλος της εφηβείας και διαφοροποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.


Σημαντικό στοιχείο αρχικά αποτελεί η διατήρηση της συνοχής μεταξύ σώματος και εαυτού που οδηγεί στη διαφοροποίηση μεταξύ εαυτού και μη εαυτού. Τους πρώτους μήνες της ζωής το μωρό αισθάνεται ότι είναι η συνέχεια της μητέρας του. Μετά τον 6-7 μήνα αρχίζει και νιώθει ότι είναι ένα ξεχωριστό ον. Στην πορεία η αμοιβαία ρύθμιση των λειτουργιών μητέρας-παιδιού προσφέρει στο παιδί την αίσθηση ότι ανήκει σε κάτι πιο μεγάλο απ’ αυτό, κι αυτή η αίσθηση επιβεβαιώνει την ύπαρξή του. Η ανάγκη αυτή του «ανήκειν» παραμένει διαχρονική.


Κατά τη διάρκεια της εφηβείας αναπτύσσουμε μεταξύ άλλων και μια ιδεολογία, μια θεωρία ζωής δηλαδή, ένα σύστημα αξιών, ιδεών και ιδανικών, που απλοποιεί την πολυπλοκότητα του χώρου και του χρόνου και θέτει σκοπούς και στόχους. Αν δεν είχαμε πχ γνώση ή άποψη ή ένα «πιστεύω» για κάτι, η αντιμετώπιση καταστάσεων και προβλημάτων θα μας φαινόταν πολύ πιο δύσκολη ή ακόμα και απειλητική. Όταν από την άλλη πλευρά, απειληθεί μια ιδεολογία ή ένα σύστημα αξιών, αισθανόμαστε εγκατάλειψη, ματαιότητα, ανεπάρκεια, χωρίς νόημα και σκοπό. Η κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ πχ οδήγησε αρκετούς αριστερούς σε κατάθλιψη. Στο καταπληκτικό έργο «Το κύμα», που βασίζεται σε πραγματική ιστορία και προβλήθηκε σχετικά πρόσφατα, βλέπει κανείς μέχρι που μπορεί να φτάσει ένας νεαρός, του οποίου η εξιδανικευμένη εικόνα για τον καθηγητή του, του τρόπου λειτουργίας της τάξης του και η ιδεολογία που είχε αναπτυχθεί μέσα σ’ αυτήν, ξαφνικά γκρεμίζονται.


Σ’ αυτό που είμαι, συμπεριλαμβάνονται επίσης και τα διάφορα χαρακτηρολογικά στοιχεία, όπως και οι επίκτητοι τρόποι συμπεριφοράς, που αναπτύσσονται σταδιακά από πολύ μικρή ηλικία. Άλλος γίνεται εσωστρεφής και υποχωρητικός, άλλος εξωστρεφής και παρορμητικός κλπ.


Το σύνολο λοιπόν των χαρακτηριστικών που καθορίζουν με μοναδικό τρόπο κάποιον ή κάτι ονομάζεται ταυτότητα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι πέραν της ατομικής ταυτότητας υπάρχει και η συλλογική ταυτότητα που χαρακτηρίζει μια μικρή ομάδα (όπως είναι η οικογένεια) ή μεγαλύτερη ομάδα (όπως είναι το χωριό, η χώρα, το έθνος, μια μειονότητα, ένα πολιτικό κόμμα) ή μια ομάδα με συγκεκριμένα κοινά ή ομοιογενή χαρακτηριστικά (οι άντρες, οι γυναίκες, οι Χριστιανοί, οι δικηγόροι, οι ΑΕΚ τζήδες κλπ.).


Η συλλογική ταυτότητα δεν προκύπτει από το άθροισμα ατομικών ταυτοτήτων, αλλά μέσα από τη δυναμική των αλληλοεπιδράσεων που αναπτύσσεται σε μια ομάδα. Είναι αποτέλεσμα της ανάγκης που έχουμε να ανήκουμε σε μια (σημαντική) ομάδα και ταυτόχρονα να διαφέρουμε από μια άλλη. Με τον τρόπο αυτό αφενός καλύπτουμε το φόβο της μοναξιάς και νιώθουμε ασφάλεια και σιγουριά κι αφετέρου καλύπτουμε τις ναρκισσιστικές μας ανάγκες, αυξάνουμε δηλαδή ή σταθεροποιούμε την αυτοεκτίμησή μας. Όταν ερωτευόμαστε για παράδειγμα, εξιδανικεύουμε τον άλλο και μέσα από τη σπουδαιότητά του γινόμαστε κι εμείς σπουδαίοι. Ο ίδιος μηχανισμός λειτουργεί και στις ομάδες. Όντας μέλος μιας σημαντικής ομάδας γινόμαστε σημαντικοί κι εμείς (οικογένεια, ποδοσφαιρική ομάδα, πολιτικό κόμμα, θρησκεία, έθνος).

Υπερεκτιμώντας όμως ή εξιδανικεύοντας τη δική μας ομάδα έμμεσα ή άμεσα υποτιμούμε μιαν άλλη. Γι αυτό άλλωστε όλες οι ομάδες βρίσκονται μεταξύ τους σε κάποια μορφή ανταγωνισμού, αντιπαλότητας ή εχθρότητας. Όσο πιο συναισθηματικά ώριμη είναι μια ομάδα (ή ένα άτομο), που σημαίνει ότι θα έχει μια ικανοποιητική και σταθερή αυτοεκτίμηση, τόσο λιγότερο εχθρική θα είναι απέναντι σε μια άλλη, όπως και το αντίστροφο.

Μερικά από τα χαρακτηριστικά μιας ταυτότητας είναι ακλόνητα, όπως π.χ. το φύλο, η καταγωγή ή η εθνική ταυτότητα. Άλλα είναι βαθιά ριζωμένα μέσα μας και δύσκολα αλλάζουν, όπως είναι για παράδειγμα οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, τα διάφορα χαρακτηρολογικά στοιχεία και οι επαναλαμβανόμενοι τρόποι συμπεριφοράς μας. Υπάρχουν επίσης στοιχεία που ευκολότερα εγκαταλείπονται ή αλλάζουν, όπως είναι οι διάφορες απόψεις, για τις σχέσεις των ανθρώπων, για τα χρηματοοικονομικά, για το νόημα της ζωής. Είναι ενδιαφέρον για παράδειγμα το φαινόμενο ότι πολύ πιο εύκολα μπορεί κανείς να αλλάξει τις πολιτικές ή ακόμα και τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις, από το να γίνει οπαδός του Ολυμπιακού, ενώ είναι οπαδός της ΑΕΚ. Στην πρώτη περίπτωση εγκαταλείπει μέσα από τη γνώση και την εμπειρία μια πεποίθηση που έχει υιοθετήσει από παιδί ή από τρίτους. Στη δεύτερη περίπτωση είναι σαν να απαρνείται τον ίδιο τον εαυτό του. Το «ξέρω» ή «το έχω μάθει» διαφέρει από το «είμαι».


Μεταφέροντας τώρα τις θεωρητικές αυτές γνώσεις σε μας τους Κ.πολίτες συναντάμε αρκετές ιδιαιτερότητες στο περιεχόμενο της συλλογικής μας ταυτότητας. Στην πολυπολιτισμική πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου ζούσαν και προόδευαν και άλλες μειονότητες, η προσπάθεια διατήρησης της ταυτότητας δεν ήταν τόσο δύσκολη παρόλα τα προβλήματα που υπήρχαν κατά διαστήματα. Η σημαντική συμβολή του Πατριαρχείου, το σχετικά ψηλό μορφωτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο, οι δυνατότητες και οι ελευθερίες που παρείχαν αρκετοί σουλτάνοι, βοήθησαν τους Ρωμιούς όχι μόνο να διατηρήσουν τη γλώσσα και τη θρησκεία τους, αλλά να προοδεύσουν και σε πολλούς άλλους τομείς.


Το «ελληνικό στοιχείο» εκφραζόταν με τη γλώσσα, τη θρησκεία και με αναφορές στο Βυζάντιο, ως πηγή προέλευσης και αντικείμενο εξιδανίκευσης. Η Ελλάδα ουσιαστικά δεν υπήρχε και δεν αποτελούσε στοιχείο ταύτισης. Ας σημειωθεί εδώ ότι στο Βυζάντιο η λέξη «Έλληνας» αποτελούσε βρισιά, εξαιτίας της ειδωλολατρίας των αρχαίων Ελλήνων.


Από τα μέσα του 19 αιώνα και ιδιαίτερα μετά τις δυνατότητες οικονομικής και πολιτισμικής ανάπτυξης που προέκυψαν με τη διακήρυξη του τανζιματ, πολλοί Ελλαδίτες μετακόμιζαν στην Πόλη για καλύτερη ζωή. Τα περισσότερα ελληνικά και ξένα σχολεία πχ, όπως και οι συντεχνίες διαφόρων επαγγελμάτων ιδρύθηκαν γύρο στο 1870. Εισροές στην Πόλη υπήρξαν κι από περιοχές της Μ. Ασίας, του Πόντου, της Ρωσίας, της Βουλγαρίας, της Συρίας κλπ. Όσοι ερχόταν από άλλα μέρη ενσωματώνονταν σχετικά εύκολα και ταυτιζόταν σταδιακά με το ρωμαίικο στοιχείο, καθότι αποτελούσε σημαντικό αντικείμενο ταύτισης (ψηλό επίπεδο σε πολλούς τομείς). Θα τολμούσαμε να πούμε ότι αντί να αφομοιωθούμε εμείς από το ευρύτερο περιβάλλον, συχνά συνέβαινε το αντίθετο.


Όσον αφορά στα χαρακτηρολογικά στοιχεία οι άντρες Ρωμιοί ήταν εργατικοί, οικογενειάρχες, καθωσπρέπει, δεμένοι με την οικογένεια, τις παραδόσεις και τη θρησκεία, κατά κανόνα μορφωμένοι και καλλιεργημένοι, αρκετοί αγαπούσαν το φαγητό και τη διασκέδαση. Οι γυναίκες ήταν παραδοσιακά υποταγμένες στον άντρα, αλλά και με αρκετές εξουσίες στα χέρια τους (μεγάλωμα παιδιών, κοινωνικές εκδηλώσεις, τραπεζώματα), μοντέρνες, σχετικά μορφωμένες και καλλιεργημένες (ξένες γλώσσες, πιάνο, μοντέρνοι χοροί).


Γενικότερα ο καθωσπρεπισμός και η εικόνα προς τα έξω ήταν σημαντική. Αυτό αύξανε την τάση για γενναιοδωρία που υπήρχε, με αποτέλεσμα οι οικονομικά ισχυρότεροι να βοηθούν τους φτωχότερους, να κάνουν δωρεές, να στηρίζουν εκκλησίες, σχολεία ή άλλα ιδρύματα. Παράλληλα όμως η διατήρηση της εικόνας οδηγούσε ορισμένους σε τυποποιημένη συμπεριφορά ή σε επίδειξη πλούτου ή γνώσεων. Άλλοι παράγοντες επηρέαζαν τη μόδα και την τέχνη. Υπήρχε μια εντυπωσιακή πολιτισμική ανάπτυξη, όπως και μια σταθερή θρησκευτική ταυτότητα με τις αντίστοιχες τελετουργικές γιορτές και συνεστιάσεις. Το κοσμοπολίτικο και μοντέρνο στοιχείο βρισκόταν σε μια συνεχή αλληλεπίδραση με το παραδοσιακό θρησκευτικό.


Η πολιτική δραστηριότητα από την άλλη πλευρά ήταν ασήμαντη. Αυτό ίσως να οφείλεται στο φόβο απέναντι στην εξουσία και στη στενή σχέση με το Πατριαρχείο και τη θρησκεία, η οποία εμμέσως πλην σαφώς υπαγορεύει την ειρήνη, τη μη διεκδίκηση και την υποταγή. Αντ’ αυτού οι όποιες διεκδικητικές και ανταγωνιστικές ή εξουσιαστικές τάσεις υπήρχαν, εκδηλωνόταν μέσα στους αθλητικούς συλλόγους, στα σωματεία ή στις επιτροπές εκκλησιών και ιδρυμάτων.


Σχέσεις με Οθωμανούς υπήρχαν, ήταν όμως επιφανειακές και κυρίως επαγγελματικές. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν είχαν υιοθετηθεί με την πάροδο των χρόνων κάποια στοιχεία στην ταυτότητα των Ρωμιών (γλώσσα, σεβασμός προς τους ηλικιωμένους). Ο φόβος για τις αρχές εξουσίας δεν ήταν τόσο μεγάλος όσο αργότερα. Μικτοί γάμοι ήταν ελάχιστοι.


Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, κυρίως όμως μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α Παγκ. Πόλεμο, την εμφάνιση του Ατατούρκ και την Μικρασιατική Καταστροφή. Η διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η ίδρυση του τουρκικού κράτους και η ανάγκη δημιουργίας μιας ενιαίας τουρκικής ταυτότητας οδήγησαν στις γνωστές εξελίξεις. Η εχθρική στάση απέναντι στις μειονότητες, ιδιαίτερα προς τους Ρωμιούς, αυξήθηκε εκ των πραγμάτων, αντίστοιχα και ο φόβος των Ρωμιών, με αποτέλεσμα το σημείο αναφοράς, εξιδανίκευσης και σιγουριάς να στραφεί σταδιακά προς την Ελλάδα που εξυψώθηκε σε μητέρα – πατρίδα. Το Πατριαρχείο και η θρησκευτική ταυτότητα συνέχισαν να διατηρούν τη μεγάλη σημασία και επιρροή τους, χωρίς όμως να μπορέσουν να αποτρέψουν τη μαζική μετανάστευση που ακολούθησε. Η μη εφαρμογή κάποιων αποφάσεων της συνθήκης της Λοζάνης, το γνωστό «βαρλίκι», τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα Σεπτεμβριανά και ο διωγμός των Ελλήνων υπηκόων, ανάγκασαν σχεδόν όλους τους Ρωμιούς να εγκαταλείψουν την Πόλη.

Εδώ στην Ελλάδα ξεκινά μια νέα ταλαιπωρία στον τομέα της ταυτότητάς μας. Κάθε ξεριζωμός, κάθε μετανάστευση, ακόμα και μετακόμιση πονά. Ο ψυχικός αυτός πόνος για να μη φτάσει σε κατάθλιψη μετατρέπεται σε θυμό που πρέπει να απευθυνθεί προς κάπου. Αντίστοιχα κάθε ερχομός «ξένου» στοιχείου βιώνεται ως εισβολή και απειλή και οδηγεί σε επιθετικότητα. Έτσι, μεταξύ Ρωμιών και Ελλαδιτών αναπτύχθηκε αρχικά μια αμφίδρομη αντιπάθεια για διαφορετικούς λόγους από την κάθε πλευρά. Η στάση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα μια επιπλέον απειλή της ταυτότητάς μας. Έμοιαζε με τη μάνα που δε δέχεται τα παιδιά της και το παιδί που δεν μπορεί να αγκαλιάσει τη μάνα του.


Την περίοδο εκείνη η συναισθηματική φόρτιση εξαιτίας του ξεριζωμού και η άμεση ανάγκη προσαρμογής για κοινωνικούς ή οικονομικούς λόγους, εμπόδισε, μερικώς τουλάχιστον, τη φυσιολογική διαδικασία πένθους που είχαμε ανάγκη. Η αποδοχή της πραγματικότητας, το δυσάρεστο βίωμα της απώλειας, η επεξεργασία του θυμού και της ενοχής, όπως και ο σταδιακός αποχωρισμός απ’ αυτό που χάθηκε χωρίς τη διατήρηση αντιφατικών συναισθημάτων, δεν μπόρεσε να επιτευχθεί ικανοποιητικά. Γι’ αυτό άλλωστε μερικοί από μας συνεχίζουν να έχουν αμφιθυμικά συναισθήματα (και αγάπη και μίσος) απέναντι στη χώρα που εγκατέλειψαν ή απέναντι στη χώρα που ζουν.


Για κείνους που είχαν παιδιά σε διάφορα σχολεία η περίοδος εκείνη ήταν ακόμη πιο δύσκολη. Τα παιδιά αυτά άρχισαν να ντρέπονται για την προφορά τους ή για κάποιες άλλες ρωμαίικες συνήθειες. Μερικά μάλιστα άρχισαν να ντρέπονται για τους γονείς τους. Η ανάγκη να ανήκουν κάπου, που ανέφερα στην αρχή της ομιλίας μου, έγινε πιο έντονη, με αποτέλεσμα να θέλουν τα παιδιά να είναι όμοια με τα άλλα της τάξης τους. Αυτό βέβαια προβλημάτισε και τους γονείς (τι θα ή να γίνουν τα παιδιά τους, πολιτάκια ή ελληνάκια?).


Η κατανοητή σύγχυση εξαιτίας όλων αυτών των παραγόντων είχε ποικίλες αντιδράσεις. Μία μεγάλη μερίδα Κ.πολιτών προσπάθησε να διατήρηση την ταυτότητά της. Δημιούργησε συλλόγους και σωματεία, συνέχισε τα ήθη και έθιμα, διατήρησε φιλίες κι επαφές με Πολίτες κλπ. Άλλοι προτίμησαν την άμεση ενσωμάτωση προσπαθώντας να αλλάξουν την προφορά τους και να αποφεύγουν επαφές με συλλόγους και Πολίτες. Προσπάθησαν κατά κάποιο τρόπο να αφομοιωθούν. Μερικοί άλλοι, αντίθετα, δεν ήθελαν να έχουν καμιά σχέση με Ελλαδίτες, προτιμώντας μάλιστα να μιλούν τούρκικα. Άλλοι πάλι άφησαν τα πράγματα να κυλίσουν ως έρχονται.


Το αίσθημα της ελευθερίας πάντως που συναντήσαμε εδώ και η εκ των πραγμάτων επαφή με την Ελλάδα, τους ανθρώπους, τον πολιτισμό και την ιστορία της (αρχαίο ελληνικό πνεύμα, επανάσταση του 21, πλούσια ελληνική γλώσσα, ελεύθερη και διεκδικητική γυναίκα που ήδη βρισκόταν στο χώρο εργασίας) προσέφερε σταδιακά στοιχεία με τα οποία μπορέσαμε να υπερηφανευτούμε και να ταυτιστούμε.


Επ’ ευκαιρίας όμως θέλω να αναφέρω δύο βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία της εδώ νοοτροπίας, από τα οποία θα πρέπει να προφυλαγόμαστε.
Οι Ελλαδίτες προσδιορίζονται με τους άλλους, με την παράδοση ή με το παρελθόν τους πάντα μέσα από αντιπαραθέσεις, ώστε ο διχασμός να αποτελεί το κέντρο του πολιτισμικού τους είναι. Πρόκειται για μια αυτοκαταστροφική συμπεριφορά σε όλους τους τομείς. Σε πολιτικό επίπεδο τη γνωρίζουμε μέσα από το Βενιζέλο και το παλάτι που οδήγησε στην Μικρασιατική Καταστροφή, από τον εμφύλιο πόλεμο με τις γνωστές επιπτώσεις και τέλος από τα δύο κόμματα που κυβερνούν εναλλάξ εδώ και δεκαετίες, με μόνο στόχο πως θα κερδηθεί ή θα διατηρηθεί η εξουσία.

Χωρίς να επεκταθώ σε λεπτομέρειες θέλω να εστιάσω την προσοχή σας και σ’ έναν άλλο κίνδυνο από τον οποίο πρέπει να προστατευόμαστε. Τις τελευταίες δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία εξελίσσεται ραγδαία μια ανισορροπία μεταξύ συλλογικής και ατομικής ταυτότητας εις βάρος της συλλογικής. Η νεοελληνική κοινωνία έχει χάσει και δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα της συλλογικής δημιουργικής δραστηριότητας. Ο πολιτισμός όμως ταυτίζεται με το συλλογικό επίτευγμα. Όσο μετατοπιζόμαστε από το συλλογικό στο ατομικό, χάνεται ο εγγυητής του μέτρου που θέτει τα όρια και προσδιορίζει τις σημασίες, με αποτέλεσμα να μην ξέρουμε τι θεωρείται καλό, τι κακό, τι αληθινό, τι πάει να πει να είσαι άνδρας ή γυναίκα, να είσαι μάνα ή πατέρας… κ.ο. καθ εξής. Έτσι, όμως, δεν υπάρχει νόημα και σταθερότητα για κανέναν.


Τη σημασία αυτής της ισορροπίας ή της φαινομενικής σύγκρουσης μεταξύ ατομικότητας και συλλογικότητας μπορούμε να τη μεταφέρουμε στον τρόπο λειτουργίας των σωματεία και των συλλόγων μας.


Ως μειονότητα, ως Ρωμιοί και για την διαφύλαξη της ταυτότητας μας, λογικά θα έπρεπε να είμαστε ενωμένοι και να δρούμε συλλογικά. Όμως δε γίνεται πάντα αυτό. Γιατί άραγε; Η απάντηση που κυριαρχεί είναι ότι όλα για την καρέκλα γίνονται, ότι ο καθένας λειτουργεί για πάρτη του, ότι υπάρχουν συμφέροντα και άλλα παρόμοια. Ο ισχυρισμός αυτός έχει κάποια βάση , αλλά αναφέρεται περισσότερο στο συνειδητό ή επιφανειακό επίπεδο. Η ψυχολογία μάς διδάσκει ότι ο κάθε άνθρωπος έχει την ανάγκη να είναι αυτόνομος και ανεξάρτητος, παράλληλα όμως και την ανάγκη να ζει και να λειτουργεί μαζί με άλλους. Ο φυσιολογικός άνθρωπος είναι σε θέση να ελίσσεται μεταξύ αυτών των δύο αντίθετων αναγκών ανάλογα με τις περιστάσεις. Συχνά όμως υπερισχύει ιδιαίτερα η μια ή η άλλη τάση, με αποτέλεσμα η επιλογή ή η συμπεριφορά που απορρέει απ αυτήν να είναι μονόπλευρη, υπερβολική, παθολογική ή ακόμα και καταστροφική. Όταν τα άτομα σε μια ομάδα μπορούν να λειτουργούν συλλογικά χωρίς να φοβούνται την απώλεια της αυτονομίας τους, τότε η ομάδα εκείνη θα είναι παραγωγική και αποτελεσματική. Διαφορετικά θα είναι περιορισμένης εμβέλειας, στάσιμη, οπισθοδρομική ή ακόμα και καταστροφική. Όποια, για παράδειγμα, σωματεία μας λειτουργούσαν αυτόνομα, κάλυπταν βέβαια τη μία από τις ανάγκες που αναφέρθηκαν, στερούσαν όμως ή εμπόδιζαν την ολομέλεια από τη συλλογική δραστηριότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η προσφορά τους δεν ήταν ή δεν είναι αναγκαία και σημαντική. Ίσως δεν είχαν δημιουργηθεί ακόμα οι κατάλληλες συνθήκες, καθότι η προσαρμογή εδώ στην Ελλάδα ήταν ακόμα σε εξέλιξη.


Τώρα που η διεργασία αυτή έχει πλέον ολοκληρωθεί, η ίδρυση της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κ.πολιτών, μόλις πριν λίγα χρόνια, και ο τρόπος λειτουργίας της μέχρι σήμερα, αποτελούν ένδειξη μιας πολύ πιο ώριμης αντιμετώπισης των θεμάτων μας. Θεωρώ τις πρωτοβουλίες του προέδρου της κ. Ουζούνογλου και των συνεργατών του ύψιστης σημασίας, και το εννοώ αυτό, καθότι μέσα απ’ αυτές προωθείται η συλλογικότητα και κατ’ επέκταση η ενίσχυση της συλλογικής ταυτότητας και της δημιουργικής δραστηριότητας. Βέβαια, χωρίς τη συμμετοχή και τη συνεργασία των συλλόγων και σωματείων δεν μπορεί να επιτευχθεί κάτι σημαντικό. Ας τονιστεί για μια ακόμη φορά: Η Ομοσπονδία είναι τα σωματεία, γεννήθηκε απ αυτά και ανήκει σ’ αυτά. Και το κάθε σωματείο είναι μέρος της Ομοσπονδίας. Ό,τι προκύπτει από τη συλλογική αυτή πορεία και προσπάθεια σίγουρα είναι και θα είναι προς όφελός μας.


Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η ταυτότητά μας έχει υποστεί αρκετές οδυνηρές παρεμβάσεις κι ίσως αυτό να την καθιστά πιο ευάλωτη, αλλά ταυτόχρονα πρόθυμη να αντισταθεί. Για να διατηρηθεί χρειάζεται σταθερότητα και ενίσχυση. Καλούμαστε λοιπόν να θυμηθούμε πάλι τι και ποιοι είμαστε. Να ξαναδιαβάσουμε την ιστορία μας, να εμπλουτίσουμε τις γνώσεις μας, να μάθουμε για τα αξιοθαύμαστα επιτεύγματά μας στην τέχνη, τον αθλητισμό ή την επιστήμη, να αυξήσουμε τις επαφές μας με την Πόλη και να συμπληρώσουμε τις καταγραφές που ήδη υπάρχουν. Έτσι, όχι μόνο θα ενισχύσουμε τη δική μας ταυτότητα, αλλά θα επηρεάσουμε ανάλογα και την ταυτότητα των παιδιών και των εγγονιών μας, ίσως ακόμη και του ευρύτερου περιβάλλοντός μας.

Όλα αυτά βέβαια απαιτούν προσπάθεια και δράση. Για μας όμως που αντέξαμε μια τέτοια ταλαιπωρία, για τη διατήρηση μιας ανεκτίμητης πολιτισμικής κληρονομιάς, από μια Πόλη με ένα τόσο ένδοξο παρελθόν, όπου είχαμε την τύχη έστω και παροδικά να ζήσουμε, νομίζω ότι μπορούμε και αξίζει τον κόπο να ανταποκριθούμε σε μια τέτοια προσδοκία.

«Σαν που ταιριάζει εμάς που αξιωθήκαμε μια τέτοια πόλη», θα έλεγα, παραφράζοντας τους στοίχους του συμπολίτη μας στην καταγωγή και μεγάλου μας ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη.

Σας ευχαριστώ


Παντελής Παπαδόπουλος