Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΉΣ ΣΧΟΛΗΣ ΧΑΛΚΗΣ

Παρ' ότι έχουν κατατεθεί προτάσεις πρακτικές και εφαρμόσιμες, για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, όπως η λειτουργία της ως εσωτερική σχολή του Οικ. Πατριαρχείου, συνεχίζεται η διοχέτευση πληροφοριών από τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, οι οποίες αποπροσανατολίζουν την κοινή γνώμη και εκθέτουν την έλλειψη πολιτικής βούλησης εκ μέρους της κυβέρνησης.Οι λύσεις που δημοσιοποιούνται προϋποθέτουν νομοθετικές και συνταγματικές προσαρμογές, γεγονός που τις καθιστά ευάλωτες στις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και γενικότερα των εθνικιστικών κύκλων.

Επίσης επανέρχεται διαρκώς το αίτημα για "αντίδωρο" της Ελλάδας στην μειονότητα της Θράκης, παρ' ό,τι το θέμα της Θεολογικής Σχολής δεν είναι διμερές ζήτημα, αλλά παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάνης, που αναγνωρίζει το δικαίωμα των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων για ίδρυση, διεύθυνση και εποπτεία των σχολών τους.
Η φιλοκυβερνητική Today’s Zaman αφιερώνει ολοσέλιδο δημοσίευμα στο ζήτημα της επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής, που υπογράφει ο Ercan Yavuz, με τίτλο «Government tries to figure out a way to reopen Halki», σύμφωνα με το οποίο το Υπουργείο Παιδείας αναζητεί τρόπο να ανοίξει η Θεολογική Σχολή, μετά και την εκ νέου αναφορά του Προέδρου Ομπάμα στο θέμα κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον Π/Θ Ερντογάν.

Η τουρκική κυβέρνηση προσανατολίζεται σε δύο πιθανούς τρόπους επαναλειτουργίας της Σχολής:
1. Ο πρώτος τρόπος προβλέπει το διαχωρισμό της Θεολογικής Σχολής σε δύο τμήματα. Το πρώτο θα αποτελεί Γυμνάσιο-Λύκειο με καθεστώς θρησκευτικού [επαγγελματικού] λυκείου. Το δεύτερο θα είναι ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, υπαγόμενο στο Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης [YÖK-Yükseköğretim Kurulu].
2. Ο δεύτερος τρόπος είναι η Σχολή να υπαχθεί σε ένα ίδρυμα, που θα δημιουργηθεί με αποκλειστικό σκοπό τη λειτουργία της.
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, και οι δύο τρόποι απαιτούν τροποποιήσεις στο Σύνταγμα. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο απορρίπτει και τους δύο αυτούς τρόπους.
Ταυτόχρονα, το ζήτημα, κατά τον Yavuz, αντιμετωπίζεται από την τουρκική κυβέρνηση ως σχέδιο που θα ακολουθήσει πιθανά μέτρα που θα ληφθούν στην Ελλάδα προς την κατεύθυνση της βελτίωσης της κατάστασης της «τουρκο-μουσουλμανικής μειονότητας» .
Προκειμένου να «κατευνάσει» το Πατριαρχείο και ως κίνηση καλής θέλησης, η τουρκική κυβέρνηση προσανατολίζεται στην επιστροφή του Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου ( στο κείμενο αναφέρεται ως Ορφανοτροφείο της Χάλκης) στο Πατριαρχείο.
Αναλύοντας τις δύο πιθανές λύσεις, ο συντάκτης αναφέρει ότι:
• Η μεν πρώτη απαιτεί αλλαγή στο Νόμο Περί Εκπαιδεύσεως, καθώς ιδιωτικές θρησκευτικές και στρατιωτικές σχολές απαγορεύονται στην Τουρκία. Αν αυτή η φόρμουλα εφαρμοσθεί, τότε η Θεολογική Σχολή θα λάβει καθεστώς θρησκευτικού επαγγελματικού λυκείου, του οποίου η διδακτέα ύλη και τα βιβλία θα καθορίζονται από το Υπουργείο. Πολλοί ειδικοί νομικοί, όμως, πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο θα άνοιγε το δρόμο και σε άλλες μειονοτικές ομάδες να ανοίξουν δικά τους σχολεία.
Ακόμη, όμως, κι αν οι υπόλοιπες θρησκευτικές κοινότητες δεν προβάλουν μια ανάλογη απαίτηση, αυτή η φόρμουλα θα πρέπει να κατοχυρωθεί με συνταγματική εγγύηση, γιατί η χορήγηση ανάλογου προνομίου μόνο στην ελληνορθόδοξη κοινότητα αποτελεί παραβίαση της αρχής της ισότητας. Όμως, ούτως ή άλλως τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν θα υπερψήφιζαν μια ανάλογη συνταγματική τροποποίηση και το κυβερνών κόμμα δεν διαθέτει την απαιτούμενη πλειοψηφία ώστε να την περάσει.
• Η δεύτερη λύση παρουσιάζει το πρόβλημα ότι προκύπτει από προγενέστερη απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία όλα τα ιδιωτικά πανεπιστήμια πρέπει να υπάγονται στο YÖK. Μόνη εξαίρεση σε αυτό αποτελούν οι στρατιωτικές και αστυνομικές Ακαδημίες.