Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

(ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΕΦΗΜ. "ΑΝΑΤΟΛΗ")
Η Ελληνική Κοινότητα Γενεύης στις 6 Μαΐου 2011 πραγματοποίησε μία πολύ σημαντική εκδήλωση για τον Ελληνισμό της Πόλης, με τίτλο «Η Ομογένεια της Κωνσταντινούπολης, χτες και σήμερα».
Η σημασία της εκδήλωσης δεν βρίσκεται μόνο στις υψηλού επιπέδου εισηγήσεις που έγιναν από τους τρεις ομιλητές, αλλά και στο γεγονός ότι πολύ σπάνια ο Ελληνισμός της Διασποράς καταπιάνεται και δημιουργεί γέφυρες με την κατ’ εξοχήν μητρόπολη του οικουμενικού Ελληνισμού, την Κωνσταντινούπολη και την εκεί Ομογένεια.

Επίσης σημαντικό στοιχείο της εκδήλωσης ήταν ότι δεν περιορίστηκε στο παρελθόν, αλλά αφιερώθηκε σημαντικό μέρος της, στην σύγχρονη κατάσταση της Ομογένειας.
Στην εκδήλωση που συντόνισαν και παρουσίασαν η Πρόεδρος της Κοινότητας κα Όλγα Tuscher – Καραγιώργη και η Αντιπρόεδρος κα Βεατρίκη Δημητριάδη – Power, πρώτος ομιλητής ήταν ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης και στη συνέχεια μίλησαν η κα Ρέα Ξενιάδου Πουρνάρα και ο κ. Γεώργιος Λαιμόπουλος.
Η «Ανατολή» δημοσίευσε (τ. Μάϊος – Ιούνιος 2011) εκτενές ρεπορτάζ σχετικά με αυτή την σπουδαία εκδήλωση.
Παρακάτω αναδημοσιεύουμε την πολύ σημαντική ομιλία του π. Γεωργίου Τσέτση. Την δημοσιεύουμε σε δύο συνέχειες, γιατί εκτιμούμε ότι το δεύτερο τμήμα που αναφέρεται στην σύγχρονη πραγματικότητα της Πολίτικης Ρωμηοσύνης, έχει ξεχωριστή βαρύτητα και θα είναι ωφέλιμο να διαβαστεί ξεχωριστά.

 Ο π. Γ. Τσέτσης κατά την ομιλία του ενώ δεξιά διακρίνεται η Ρέα Ξενιάδου Πουρνάρα

MNHMH ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ
OI ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

του Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση

Α’ ΜΕΡΟΣ
Θα αποτελούσε πραγματικό άθλο το εγχείρημα να συνοψίσει κανείς μια ιστορία δύομισυ χιλιάδων ετών στα πλαίσια μιας βραδυνής εκδηλώσεως.
Τι να πρωτοπεί κανείς μέσα σε μια-δυο ώρες για τους αιωνόβιους δεσμούς του Ελληνισμού, αρχικά με την αποικία του Βύζα στα παράλια της Προποντίδας, στη συνέχεια δε με την ονομαστή Πόλη του Κωνσταντίνου;
Τι να διηγηθεί για τον πολιτισμό που δημιούργησε και διατήρησε επί αιώνες ολόκληρους η Ρωμιοσύνη σ΄αυτόν τον μοναδικό σε ομορφιά χώρο;
Τι να εκθέσει για τον, από γεωπολιτικής σκοπιάς, σπουδαίο αυτό τόπο, που βρίσκεται στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης, και όπου, κατά την έκφραση της Ελένης Αρβελέρ, το τρίπτυχο «χριστιανοσύνη, ρωμιοσύνη και ελληνοσύνη», ανέδειξαν την Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας τού ελληνισμού των μέσων χρόνων; Ως εκ τούτου, να μου επιτραπεί να περιγράψω μόνο, με μερικές αδρές πινελιές, την Ρωμιοσύνη της Πόλης, έτσι όπως ανθούσε αυτή κατά τα μέσα του δέκατου ένατου και το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνος, και να αναφερθώ ακολούθως στη βαθμιαία συρρίκνωσή της και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα μέσα στην, τερατώδη αυτή, σε εύρος και πληθυσμό, μεγαλούπολη, που λέγεται Κωνσταντινούπολις για μας και Ιστανμπούλ για άλλους.
Μια αναδρομή λοιπόν στα μέσα του δεκάτου ενάτου αιώνος, θα μας βοηθούσε να δούμε πώς η Πολίτικη ομογένεια, συσπειρωμένη γύρω από την Εκκλησία της, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, έδινε μια μοναδική μαρτυρία και προσπαθούσε να διακονήσει το Γένος, υπό συνθήκες ήκιστα ευνοϊκές γι’ αυτήν.

Δεν υπάρχει ανάγκη να τονισθεί ότι η ελληνική γλώσσα και η Ορθόδοξη πίστη ήταν τα δύο βασικά στοιχεία που διαφοροποιούσαν τον «ραγιά» Ρωμιό από τον «κυρίαρχο» αφέντη Τούρκο. Η Ορθοδοξία λειτουργούσε ως κάτι περισσότερο από ένα θρησκευτικό δόγμα. Η Εκκλησία ήταν το πνευματικό και πολιτιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκφραζόταν η εθνική καί πολιτική συνείδηση του Ρωμιού. Ένα πλαίσιο, που συναδέλφωνε τους ΄Ελληνες της Κωνσταντινούπολης, διατηρώντας έτσι τη συνοχή και την ενότητα της υπόδουλης ρωμιοσύνης, και εξασφαλίζοντας την απρόσκοπτη συνέχεια του Γένους. Γι’ αυτό και οι «Κοινότητες» της Πόλης, (π.χ. του Σταυροδρομίου, των Ταταούλων, του Γαλατά, του Μακροχωρίου, των Ψωμαθειών, της Χαλκηδόνας, της Πριγκήπου, του Μεγάλου Ρεύματος και ούτω καθ’ εξής), υπήρχαν και δρούσαν πάντοτε σε συνάφεια προς την Εκκλησία, σε σχέση προς τον Ιερό Ναό, ο οποίος χαρακτηριζόταν ως Κοινοτικός Ναός, και όχι ως Ενοριακός. Ο κοινοτικός θεσμός ήταν «τρόπος κοινωνικής υπάρξεως» του Ρωμιού.
Είναι αξιοπαρατήρητο ότι περί τα τέλη του 19ου αιώνος, το ελληνικό στοιχείο της Πόλης υπερέβαινε σε αριθμό τον πληθυσμό της Αθήνας και αποτελούσε περίπου το εν τέταρτον του συνολικού πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης, που σύμφωνα με μια επίσημη οθωμανική στατιστική του 1897, ανερχόταν σε ένα εκατομμύριο πενήντα δύο 2
χιλιάδες ψυχές. Να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη, δίπλα στους Έλληνες ζούσαν στην Πόλη και χιλιάδες Αρμένιοι, Εβραίοι, Λεβαντίνοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Γεωργιανοί, Κιρκάσιοι και άλλοι λαοί, σε βαθμό που η Πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να είναι κάθε άλλο παρά Τουρκική.
Αλλά και στις αρχές του 20ου αιώνος, συγκεκριμένα δε το 1908, ο Νομός Κωνσταντινουπόλεως σύμφωνα με τους καταλόγους του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των ελληνικών Προξενικών Αρχών, αριθμούσε 364.459 έλληνες, από τους οποίους οι μισοί περίπου (175.000) κατοικούσαν στο περιώνυμο Πέρα, το γνωστό και ως Σταυροδρόμι. Ήταν δηλ. κατά 100 χιλιάδες περισσότεροι από τους σημερινούς κατοίκους της Πάτρας, του τρίτου πολυπληθέστερου Δήμου της Ελλάδας, που σύμφωνα με τον Καλλικράτη, αριθμεί 202.757 κατοίκους!!!
Ήταν φυσικό βέβαια όπως μια τέτοια πολυάριθμη και ανθούσα κοινωνία αναπτύσσει και ανάλογη θρησκευτική, εκπαιδευτική και πολιτιστική δραστηριότητα. Το Φανάρι, όπου μέχρι σήμερα βρίσκεται η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ήταν ένας σπουδαιότατος συνοικισμός, ο οποίος συγκέντρωνε κατοικίες Πατριαρχών και Αρχιερέων, αρχοντικά παλαιών φαναριώτικων οικογενειών, την Λέσχη «Μνημοσύνη», το Ιωακείμειο Παρθεναγωγείο, την Μαράσλειο Αστική Σχολή, και βέβαια την Μεγάλη του Γένους Σχολή, που, σημειωθήτω, είχε ιδρυθεί από τον Πατριάρχη Γεννάδιο τον Σχολάριο ως Πατριαρχική Ακαδημία το 1454 ήδη, δηλ. μόλις ένα χρόνο μετά την Άλωση!
Αλλά και το κοσμοπολίτικο Πέρα, με το Ζάππειο Παρθεναγωγείο, το Ζωγράφειο Γυμνάσιο Αρρένων, το Κεντρικό Παρθεναγωγείο, με τον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο και τον Ελληνικό Σύλλογο Ερμής, σφράγισε την πνευματική και πολιτιστική ζωή του Ρωμιού της Πόλης. Αναφερόμενοι στα εκπαιδευτήρια της Πόλης δεν πρέπει να λησμονήσουμε και δύο άλλα επιφανή ιδρύματα της Ρωμιοσύνης, που βρίσκονταν στη Χάλκη των Πριγκηποννήσων, τουτέστι την ξακουστή Θεολογική Σχολή, (για την οποία πολύς λόγος γίνεται επ΄ εσχάτων), και την Εμπορική Σχολή, στην οποία, οι εύπορες οικογένειες της ελεύθερης Ελλάδας έστελναν τα παιδιά τους προς καλλίτερη μόρφωση. Όπως τα έστελναν για τον ίδιο σκοπό και στη ιστορική Μεγάλη Σχολή και το «αριστοκρατικό» Ζάππειο.
Στο σημείο αυτό θα ήταν καλό να προστεθούν και μερικά λόγια για τους ανωτέρω δύο συλλόγους, προκειμένου να έχετε μια ιδέα για τα πολυδιάστατα ενδιαφέροντα των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως, όπως και για το υψηλό πολιτισμικό και επιστημονικό τους επίπεδο.
Ο Φιλολογικός Σύλλογος, (1861-1925), στην πραγματικότητα ήταν μια Ακαδημία, η οποία ασχολούνταν με επιστημονικά θέματα ποικίλης μορφής. Ως μέλη του είχε κάπου 300 Ρωμιούς διανοούμενους και περί τους 100 ξένους (τούρκους και ευρωπαίους), μεταξύ των οποίων ένας πρώην Βεζύρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Sait Πασάς, ο γνωστός Γάλλος λεξικογράφος Emile Littré, ο Άγγλος Πρωθυπουργός William Gladstone, ο αρχαιολόγος και ερευνητής της Τροίας Ερρίκος Schliemann, και ο διάσημος Ρώσσος Πρέσβυς στην Πόλη Ignatieff.
Ο Φιλολογικός Σύλλογος εξέδιδε και ένα αξιολογότατο επιστημονικό περιοδικό. Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς τίτλους μελετών, που είχαν δημοσιευθεί σ΄αυτό: α) «Συμπέρασμα της μελέτης των Ηθικών Νικομαχείων του Αριστοτέλους», (1885). β) «Μνημεία της Ελληνικής Αρχαιότητος ζώντα εν τω νυν Ελληνικώ Λαώ», (1891). (Στην ουσία πρόκειται για ένα λεξικό της ηπειρωτικής διαλέκτου). γ) «Περί της χειρουργικής θεραπείας των τραυμάτων της καρδίας» (1907). δ) «Περί Βολταίρου και ιδίως περί της φιλανθρωπίας αυτού» (1911).
Ο Σύλλογος Ερμής (1877-1922), είχε σαφώς πολιτικότερο χαρακτήρα. Είχε ιδρυθεί από τρεις αποφοίτους του Λυκείου του Πέρα, με σκοπό: α) να εκφράσει την δίψα των νέων για μάθηση, β) να υπενθυμίσει στους Κωνσταντινουπολίτες το χρέος για την πίστη στις πανανθρώπινες αξίες του πνεύματος της ελευθερίας και δικαιοσύνης, έτσι όπως τις είχε βιώσει ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, και γ) (το και κυριώτερο), να διατηρήσει σε εγρήγορση την συνείδηση των Ρωμιών όσον αφορά στις δυσχέρειες μέσα από τις οποίες ο αλύτρωτος ελληνισμός προσπαθούσε να στερεώσει την εθνική του ύπαρξη και αυτοτέλεια.
Σχετικά με το τελευταίο αυτό σημείο, επιτρέψατέ μου να αναφερθώ δειγματοληπτικά σ’ αυτά που έλεγε ο Μυτιληναίος την καταγωγή Οδυσσέας Ιάλεμος, σ’ ένα άρθρο του που είχε δημοσιευθεί το 1880 στο ομώνυμο περιοδικό του Συλλόγου, και το οποίο αναφερόταν στη Μακεδονία και τη Θράκη. Δύο περιοχές που σήμερα βρίσκονται υψηλά στην ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας.
Αφορμή για το άρθρο αυτό είχαν δώσει οι ενέργειες της Ρουμανίας, από το 1860 ήδη, να εκρουμανίσει την Μακεδονία, και ο χλιαρός τρόπος με τον οποίο η ελληνική κυβέρνηση αντιμετώπιζε τότε το μεγάλο αυτό εθνικό θέμα. Ο Ιάλεμος αφού τόνιζε ότι το θέμα της Μακεδονίας ήταν καθαρά ελληνική υπόθεση, καλούσε τους απανταχού της γης έλληνες να αποδυθούν σ΄ ένα κοινό αγώνα, πιστεύοντας πως μόνο με μια πανελλήνια κινητοποίηση μπορούσαν να διασωθούν οι ελληνικοί χώροι της καθ’ ημάς Ανατολής από ξένες επεμβάσεις. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι τα ευρωπαϊκά κράτη θα βοηθούσαν τον ελληνισμό στη διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Αυτά λοιπόν, αγαπητοί φίλοι και φίλες, λέγονταν και γράφονταν στην Κωνσταντινούπολη του 1880, και όχι στην Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1990, όταν, έπειτα από την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», τις κοσμογονικές πολιτικο-κοινωνικές ανακατατάξεις στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, και την συνακόλουθη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, πανικοβολημένοι ανακαλύψαμε ότι υπάρχει Μακεδονικό θέμα. Και ακόμη δεν ξεύρουμε από πού να βρούμε άκρη!!
Για τον δυναμισμό και την πολυδιάστατη δραστηριότητα των Ελλήνων και των Ελληνίδων της Πόλης, μαρτυρούν οι πάμπολλες εφημερίδες και περιοδικά που εκδίδονταν την εποχή εκείνη, τόσο στην ελληνική, όσο και στην γαλλική γλώσσα, όπως λ.χ. «Ο Ταχυδρόμος», ο «Τηλέγραφος του Βοσπόρου», η «Ομόνοια», η «Πρόοδος», «Ο Νεολόγος», η «Αρμονία», «Η Φιλολογική Ηχώ», «Ο Φανός», «Η Ανατολή», «Ο Τύπος Κωνσταντινουπόλεως», η «Le Phare du Bosphore», η «L’Echo du Péra», και τα γυναικεία περιοδικά όπως «Η Εφημερίς των Κυριών», «Η Κυψέλη» και «Η Βοσπορίς», περιοδικά τα οποία, μέσα σε μια ανδροκρατούμενη «ανατολίτικη» κοινωνία, συνηγορούσαν πρωτοποριακά και σθεναρά υπέρ της γυναικείας χειραφέτησης. Μαρτυρούν όμως και τα διάφορα «φιλολογικά σαλόνια», όπου μεταξύ άλλων «έδινε κι΄έπαιρνε» η συζήτηση γύρο από το γλωσσικό θέμα. Το δίλημμα ήταν: «καθαρεύουσα ή δημοτική»;!! (Και να σκεφθεί κανείς ότι σήμερα υπάρχουν ακόμη στην Ελλάδα εφημερίδες που αναβοκατεβάζουν Σούρκο τον Πατριάρχη, αλλά και άνθρωποι που ρωτούν αν αληθεύει ότι στους Ναούς της Πόλης, οι Θείες Λειτουργίες τελούνται στα Τουρκικά) !
Μια τέτοια κοινωνική, πνευματική και πολιτιστική ακμή προϋπέθετε βέβαια και την ύπαρξη σχετικής οικονομικής υποδομής. Και η υποδομή αυτή υπήρχε φυσικά στο εμπόριο και τη χρηματαγορά, όπου κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο, από το οποίο προέρχονταν και οι μεγάλοι εθνικοί Ευεργέτες.
Τα καλλιμάρμαρα σχολικά κτίρια της Πόλης, τα γνωστά ως Εθνικά Φιλανθρωπικά Καταστήματα Νοσοκομεία του Βαλουκλή, τα Ορφανοτροφεία, είναι δημιουργήματα των ευεργετών αυτών. Οι Ευάγγελος Ζάππας, Χρηστάκης Ζωγράφος, Ευστάθιος Ευγενίδης, Γεώργιος και Ελένη Ζαρίφη, Ανδρέας Συγγρός, Θεόδωρος Μαυρογορδάτος, Παύλος Στεφάνοβικ, Επαμεινώνδας Ρίζος, είναι οι επώνυμοι αυτοί Μεγάλοι Ευεργέτες, οι οποίοι μαζί με εκατοντάδες, αν μή χιλιάδες, άλλους ανώνυμους ευεργέτες και ευεργέτιδες, προίκιζαν τα θρησκευτικά, εκπαιδευτικά και κοινωφελή ιδρύματα της Πόλης με προσοδοφόρα ακίνητα, από τα έσοδα των οποίων συντηρούνται μέχρι σήμερα Ναοί, Αγιάσματα, Σχολεία, Νοσοκομεία, όπως και διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα της Ομογένειας.
Το 1908 στην Οθωμανική Αυτοκρατορία επικρατεί το Κίνημα των Νεοτούρκων. Από τότε αρχίζει μια σοφά μελετημένη πολιτική γραμμή, που ως βασικό στόχο είχε τον συστηματικό και τελειωτικό ξεριζωμό των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων απ’ όλη την Οθωμανική επικράτεια.
Γνωστά είναι τα αιματηρά γεγονότα του 1915 που κατέληξαν με τoν αποδεκατισμό των Αρμενίων, όπως είναι γνωστά και εκείνα τα οποία εξόντωσαν τον Ελληνισμό του Πόντου, αυτά που μας οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και στη συνέχεια στην Συνθήκη της Λωζάνης, το 1923, η οποία περιόρισε το ελληνικό/ρωμαίικο στοιχείο, το οποίο από αιώνων ζούσε σε προγονικές εστίες της Μικράς Ασίας και του Πόντου, μόνο στην Κωνσταντινούπολη και σε δύο αιγαιοπελαγίτικα νησιά, την Ίμβρο και την Τένεδο, που βάσει της Συνθήκης αυτής είχαν αποσπασθεί από την Ελλάδα και προσαρτηθεί στην Τουρκία.
Μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, η Πόλη παύει να είναι η συνισταμένη του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, και έτσι η Ρωμιοσύνη της Πόλης μπαίνει πλέον σε άλλα πλαίσια ζωής και δραστηριότητας. Από το 1923 και εξής, για τον ελληνισμό της Πόλης αρχίζει μια νέα περίοδος μετάπλασης του. Από τον ακμαίο περιούσιο λαό τού τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου , το Ρωμαίικο στοιχείο μεταβάλλεται σε μειονοτικό λαό, έτσι όπως τον χαρακτήρισε η Συνθήκη της Λωζάνης. Και από 365.000 ψυχές, μειώνεται σε 130.000!!
Η νέα αυτή πραγματικότητα είχε βέβαια αρνητικές επιπτώσεις σ’ όλες τις εκφράσεις της ζωής των Ρωμιών. Ταυτόχρονα όμως προκάλεσε και ερεθίσματα που έτειναν να αναπληρώσουν το έδαφος που είχε χαθεί.
Τοιουτοτρόπως, το Πατριαρχείο αφ΄ ενός, δίνει, το 1923 ήδη, μια νέα ώθηση στις Διορθόδοξες και Διαχριστιανικές σχέσεις, διαδηλώνοντας τον Οικουμενικό του ρόλο και διάσταση, ενώ αφ΄ετέρου, οι διανοούμενοι της Πόλης προσπαθούν να πληρώσουν το κενό που είχε δημιουργηθεί με την διακοπή της λειτουργίας του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου και του Συλλόγου Ερμής και την απαγόρευση κυκλοφορίας των εφημερίδων Ο Λόγος, Ο Νεολόγος και Κωνσταντινούπολις.
Έτσι το 1925 εκδίδεται η «Απογευματινή» (που σήμερα διάγει το 86ο έτος της ζωής της και συνεχίζει να είναι ο καθρέπτης της κοινωνικο-θρησκευτικής ζωής των Ρωμιών της Πόλης), το 1926 κυκλοφορεί η «Ορθοδοξία» (το επίσημο μηνιαίο περιοδικό του Πατριαρχείου), το 1930 η Φιλολογική Πρωτοχρονιά, το 1943 η Εστία, το 1944 η Τέχνη, το 1945 «Ο Παιδικός Κόσμος», το 1954 Ο Πυρσός. Περιοδικά αξιόλογα στα οποία συνεργάσθηκαν οι καλλίτεροι εκπρόσωποι των πολίτικων γραμμάτων. Η προσπάθεια αυτή ήταν μια απεγνωσμένη κίνηση διασώσεως εκείνου που μπορούσε να σωθεί. Έλαβε όμως την χαριστική βολή το 1955, όταν φούντωσε το Κυπριακό με τα επακόλουθά του, και άρχισε η ομαδική, ακούσια ή εκούσια, έξοδος των Ρωμιών της Πόλης.