Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟ ΠΡΙΓΚΗΠΟΥ ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ


ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ - ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ FENER RUM PATRÌKLÌGÌ (ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ) κατά ΤΟΥΡΚΙΑΣ (Προσφυγή αριθ. 14340/05)
ΑΠΟΦΑΣΗ (επί της δίκαιης ικανοποίησης)
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ, 15 Ιουνίου 2010
Στην υπόθεση Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά Τουρκίας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (δεύτερο τμήμα), συνεδριάζοντας σε τμήμα αποτελούμενο από τους:
Françoise Tulkens, πρόεδρο,
Ireneu Cabrai Barreto,
Danutė Jočienė,
Dragoljub Popović,
András Sajó,
Işil Karakaş,
Guido Raimondi, δικαστές
και την Francoise Elens-Passos, γραμματέα τμήματος.
Αφού διασκέφθηκε σε συμβούλιο στις 25 Μαΐου 2010,
Εκδίδει την πιο κάτω απόφαση, η οποία ελήφθη την ημερομηνία αυτή:

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση εισήχθη με την υπ’ αριθ. 14340/05 προσφυγή, στρεφόμενη κατά της Τουρκικής Δημοκρατίας από το Fener Rum Patrikligi (Οικουμενικό Πατριαρχείο) [εφεξής «το προσφεύγον»], το οποίο προσέφυγε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής «το Δικαστήριο») στις 19 Απριλίου 2005, δυνάμει του άρθρου 34 της Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (εφεξής «η Σύμβαση»).
2. Με την από 8 Ιουλίου 2008 απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου [δικαίωμα στην περιουσία]. Έκρινε περαιτέρω ότι δεν υπήρχε ανάγκη να εξετάσει ξεχωριστά εάν είχε σημειωθεί παραβίαση του άρθρου 6 της Συμβάσεως και του άρθρου 14 της Συμβάσεως σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου.
3. Βασιζόμενο στο άρθρο 41 της Συμβάσεως [δίκαιη ικανοποίηση], το προσφεύγων εξήγησε ότι ο καταλληλότερος τρόπος για την αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας που θα ήταν να επιστρέψει η Τουρκική Κυβέρνηση το επίδικο ακίνητο. Στην περίπτωση που η Κυβέρνηση δεν θα ήταν σε θέση να το επιστρέψει, το προσφεύγον δήλωσε ότι θα μπορούσε να σκεφτεί την λύση της αποζημίωσης και ζητούσε ποσό αντίστοιχο της εμπορικής αξίας του ακινήτου, την οποία υπολόγιζε στα 80 εκ. ευρώ. Το προσφεύγον ζητούσε, επίσης, το ποσό των 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη. Ζητούσε, περαιτέρω, το ποσό των 50.000 ευρώ για όλα τα έξοδα και δικαστικές δαπάνες που πραγματοποίησε στις δίκες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και των οργάνων της Συμβάσεως.
4. Επειδή το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 41 της Συμβάσεως δεν ήταν ώριμο, το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επ’αυτού και κάλεσε την Τουρκική Κυβέρνηση και το προσφεύγον να του υποβάλλουν εγγράφως, εντός έξι μηνών, τις παρατηρήσεις τους επί του εν λόγω ζητήματος και ειδικότερα να του γνωστοποιήσουν οποιαδήποτε συμφωνία στην οποία ενδεχομένως θα κατέληγαν.
5. Τόσο το προσφεύγον, όσο και η Κυβέρνηση κατέθεσαν παρατηρήσεις.

Τα μεταγενέστερα της Απόφασης της 8ης Ιουλίου 2008 γεγονότα
6. Όπως σημειώνεται στην Απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008 (§§13-16), η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων, επικαλούμενη το άρθρο 1 του νόμου 2762, αποφάσισε στις 22 Ιανουαρίου 1997 να υπαγάγει το Βακούφι του Ρωμέϊκου Ορφανοτροφείου Αρένων της Πριγκήπου (εφεξής «το Βακούφι του Ορφανοτροφείου»), επ’ονόματι του οποίου έγινε η κτηματολογική εγγραφή του επίδικου ακινήτου [την 20.3.2006], στην κατηγορία των «κατειλημμένων» (mazbut), ενώ μέχρι τότε ανήκε στην κατηγορία των «προσαρτημένων» (mülhak) βακουφίων.
7. Στη συνέχεια, στις 4 Απριλίου 1997, το Βακούφι του Ορφανοτροφείου αιτήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου της Κωνσταντινούπολης την ακύρωση της απόφασης της Γενικής Διεύθυνσης Βακουφίων. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο (29 Σεπτεμβρίου 2006). Ωστόσο, κατόπιν αίτησης διορθώσεως, την οποία άσκησε το Βακούφι του Ορφανοτροφείου, η Ολομέλεια του Τμήματος διοικητικών διαφορών του Τουρκικού Συμβουλίου της Επικρατείας, στην απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2008, εκτίμησε, κυρίως, ότι το Βακούφι του Ορφανοτροφείου, το οποίο είχε παλαιόθεν στην ιδιοκτησία του ορισμένα ακίνητα και έδιδε υποτροφίες σε περιορισμένους μαθητές, δεν έπρεπε να υπαχθεί στα «κατειλημμένα» (mazbut). Εν τέλει, η Ολομέλεια ακύρωσε την από 29 Σεπτεμβρίου 2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου η οποία έκρινε νόμιμη την εν λόγω υπαγωγή.
8. Η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων άσκησε με την σειρά της αίτηση διορθώσεως της από 4 Δεκεμβρίου 2008 απόφασης της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η αίτηση αυτή εκκρεμεί ακόμη.
9. Το προσφεύγον παρουσίασε στο Δικαστήριο επιστολή με ημερομηνία την 31η Μαρτίου 2006, υπογεγραμμένη από την Εφορεία του Βακουφίου του Ορφανοτροφείου, στην οποία η Εφορεία δηλώνει ότι ποτέ δεν διεκδίκησε την επ’ ονόματι του Βακουφίου εγγραφή του επίδικου ακινήτου (Ορφανοτροφείου).

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
10. Σύμφωνα με άρθρο 41 της Συμβάσεως,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Συμβάσεως ή των Πρωτοκόλλων της, και αν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους δεν επιτρέπει παρά μόνο ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο χορηγεί, εφόσον είναι αναγκαίο, στον παθόντα δίκαιη ικανοποίηση»

Α. Υλική ζημία

Α1. Ισχυρισμοί του προσφεύγοντος
11. Το προσφεύγον τονίζει, κατ’αρχήν, την ιδιαιτερότητα του εν λόγω ακινήτου και τη σημασία του για την Ελληνο-ορθόδοξη κοινότητα της Τουρκίας. Το ακίνητο αυτό αποτελείται από ένα οικόπεδο εκτάσεως 23.255 τ.μ., στην κορυφή του κύριου λόφου της νήσου Πριγκήπου (Κωνσταντινούπολη), εντός του οποίου κείται ένα κύριο –πενταόροφο- κτήριο, το οποίο προοριζόταν αρχικά για ξενοδοχείο, και ένα βοηθητικό –διώροφο- κτήριο. Το κύριο κτήριο, το οποίο κατασκευάστηκε μεταξύ του 1898 και του 1900, αποτελεί ένα από τα παλαιότερα και μεγαλύτερα ξύλινα παλάτια στην Ευρώπη, με μοναδική πολιτιστική, αρχιτεκτονική και ιστορική αξία, το οποίο φιλοξένησε πάνω από 3.000 ορφανά Ελλήνων.
12. Εξάλλου, προκειμένου να αποδείξει την σημασία του εν λόγω ακινήτου για την ελληνική κοινότητα στην Τουρκία, όπως και για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ο Παναγιότατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄ κατέθεσε στο Δικαστήριο ειδικό υπόμνημα στις 4 Σεπτεμβρίου 2007. Για τον Παναγιότατο, το επίδικο ακίνητο, λαμβανομένου υπόψη τον μακράς διαρκείας προορισμό του ως ορφανοτροφείου και τη συνακόλουθη χρήση του, είναι ένα από τα σύμβολα της ταυτότητας της ελληνικής μειονότητας στην Τουρκία και της ιστορικής κληρονομιάς του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
13. Το προσφεύγον κατέθεσε, επίσης, στο Δικαστήριο επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη προς στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Στην επιστολή αυτή, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄ εξέφραζε την πρόθεσή του να ιδρύσει στο εν λόγω κτήριο ένα μόνιμο κέντρο αφιερωμένο στην περιβαλλοντική εκπαίδευση.
14. Το προσφεύγον αναφέρεται, επίσης, στην απόφαση της Ολομέλειας του Τμήματος διοικητικών διαφορών του Τουρκικού Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία αναίρεσε την από 29 Σεπτεμβρίου 2006 απόφαση του ίδιου του δικαστηρίου και, εν τέλει, έκρινε παράνομη την υπαγωγή του Βακουφίου του Ορφανοτροφείου στην κατηγορία των «κατειλημμένων» (mazbut) βακουφίων (παράγραφος 7 ανωτέρω).
15. Δεδομένων των ανωτέρω, το προσφεύγον εκτιμά ότι ο καταλληλότερος τρόπος για την αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας από την Τουρκική Κυβέρνηση θα ήταν να επιστρέψει η τελευταία το επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω, αναφερόμενο στην από 31 Μαρτίου 2006 επιστολή, υπογεγραμμένη από την Εφορεία του Βακουφίου του Ορφανοτροφείου, υπογραμμίζει ότι το Βακούφι του Ορφανοτροφείου ουδέποτε διεκδίκησε την επ’ ονόματί του κτηματολογική εγγραφή του επίδικου ακινήτου (παράγραφος 9 ανωτέρω).
16. Στην περίπτωση που η επιστροφή δεν είναι εφικτή, το προσφεύγον ζητά την πλήρη αποζημίωσή του με ένα ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην εμπορική αξία του επίδικου ακινήτου. Για να θεμελιώσει τις αξιώσεις του, αναφέρεται σε δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες συντάχθηκαν από την Som Kurumsal Gayrimenkul Değerlendirme ve Danışmanlık Hizmetler A.Ş. (Som Ανώνυμη Εταιρία πραγματογνωμοσύνης και κτηματομεσιτικής εκτίμησης) την 19 Αυγούστου 2004 και από την Ανώνυμη Εταιρία Lambert Smith Hampton (Hellas) την 21 Αυγούστου 2007 αντίστοιχα. Η πρώτη έκθεση συμπέρανε ότι η εμπορική αξία του επίδικου ακινήτου, κατά την ημερομηνία της εκτίμησης, ανέρχονταν σε 41 εκατομμύρια τούρκικες λίρες (περίπου 22.777.777 ευρώ). Όσο για την δεύτερη έκθεση, η εμπορική αξία του ακινήτου ανέρχονταν σε 57.500.000 ευρώ.
17. Το προσφεύγον ζητά από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την εκτίμηση της ανώνυμης εταιρίας Lambert Smith Hampton (Hellas).
18. Το προσφεύγον ζητά, επίσης, 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

Α2. Ισχυρισμοί της Τουρκικής Κυβέρνησης
19. Η Κυβέρνηση παρατηρεί, κατ’αρχήν, ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου είναι σήμερα καταχωρημένος στο Κτηματολόγιο (Tapu) στο όνομα του Βακουφίου του Ορφανοτροφείου. Αναφερόμενη στην απόφαση της Ολομέλειας του Τμήματος διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία αναίρεσε την από 29 Σεπτεμβρίου 2006 απόφαση, κρίνοντας ότι το Βακούφι του Ορφανοτροφείου δεν μπορούσε να υπαχθεί στην κατηγορία των «κατειλημμένων» (mazbut) βακουφίων, υπενθυμίζει ότι η διαφορά αυτή, η οποία αφορά ακριβώς τον χαρακτήρα του Βακουφίου του Ορφανοτροφείου, είναι πάντοτε εκκρεμής ενώπιον της διοικητικής δικαιοσύνης.
20. Υπογραμμίζει ότι, στην περίπτωση που η ως άνω δίκη κατέληγε στην ακύρωση της απόφασης με την οποία το Βακούφι του Ορφανοτροφείου υπήχθη στην κατηγορία των «κατειλημμένων» (mazbut) βακουφίων, υπό την έννοια της απόφασης της Ολομέλεια του Τμήματος διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας, η Κυβέρνηση δεν θα διέθετε καμία εξουσία επί του επίδικου ακινήτου διότι αυτό θα τον διαχειρίζονταν πλέον η δικαιωθείσα Ρωμέϊκη Εφορεία του Βακουφίου [επ’ όνοματι του οποίου το ακίνητο είχε εγγραφεί στο Κτηματολόγιο στις 20.3.2006].
21. Εξ’άλλου, η Κυβέρνηση δηλώνει ότι όποια και να είναι η κρίση των Τουρκικών δικαστηρίων, το επίδικο ακίνητο θα ανήκει πάντα στην ελληνική κοινότητα της Τουρκίας.
22. Ακόμα και στην περίπτωση που το Συμβούλιο της Επικρατείας κάνει δεκτή την αίτηση διόρθωσης της Γενικής Διεύθυνσης Βακουφίων, η Κυβέρνηση θα αποκτήσει πολύ περιορισμένη εξουσία επί του επίδικου ακινήτου, δεδομένου ότι το αυτό θα το διαχειρίζεται απλώς η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων για λογαριασμό του Βακουφίου του Ορφανοτροφείου και σύμφωνα με τους σκοπούς του Βακουφίου.
23. Υπό αυτές τις συνθήκες, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η καταβολή αποζημίωσης αποτελεί τον μόνο κατάλληλο τρόπο αποκατάστασης της ζημίας του προσφεύγοντος. Η αποζημίωση θα περιλαμβάνει την αξία του οικοπέδου και του κτηρίου. Αναλυτικά, όσον αφορά την υλική ζημία, η Κυβέρνηση αμφισβητεί την εκτίμηση των πραγματογνωμόνων των επιλεγμένων από το προσφεύγον, την οποία θεωρεί υπερβολική και απαράδεκτη. Υποστηρίζει, επίσης, ότι κανένα ποσό δεν οφείλεται στο προσφεύγον για την μη-εκμετάλλευση του εν λόγω ακινήτου διότι το προσφεύγον δεν χρησιμοποιούσε πραγματικά ποτέ το ακίνητο. Υπενθυμίζει, επίσης, ότι το προσφεύγον δεν εναντιώθηκε ποτέ στο ύψος του ποσού που δήλωσε η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων, όταν άσκησε την αγωγή ακυρώσεως του τίτλου ιδιοκτησίας. Το ποσό αυτό ανερχόταν σε 1.100 τουρκικές λίρες.
24. Εξ’άλλου, η Κυβέρνηση υποβάλλει μία έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία πραγματοποιήθηκε αρχικά την 11η Σεπτεμβρίου 2007 και επικαιροποιήθηκε την 13η Μαρτίου 2009, από μία επιτροπή αποτελούμενη από τέσσερις δημόσιους υπαλλήλους της Διεύθυνσης σχεδίων και πολεοδομικών μελετών, παρά τη Νομαρχία της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα με την οποία η αξία του ακινήτου εκτιμάται στις 10.830.856 τουρκικές λίρες (περίπου 5.014.285 ευρώ).
25. Όσον αφορά την ηθική ζημία, η Κυβέρνηση είναι της γνώμης ότι, στην παρούσα υπόθεση, η διαπίστωση της παραβίασης αποτελεί από μόνη της εύλογη αποκατάσταση.

Α3. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
26. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι απόφαση που διαπιστώνει παραβίαση της Συμβάσεως, συνεπάγεται για το εναγόμενο Κράτος τη νομική υποχρέωση να θέσει τέλος στην παραβίαση και να εξαφανίσει τις συνέπειες αυτής, ούτως ώστε να επέλθει, κατά το δυνατόν, αποκατάσταση στην προτεραίας κατάστασης (βλέπετε, π.χ. Brumărescu κατά Ρουμανίας (δίκαιη ικανοποίηση) [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθ. 28342/95, §19, CEDH 2000 I).
27. Υπενθυμίζει, επίσης, ότι τα συμβαλλόμενα Κράτη, τα οποία ταυτοχρόνως είναι και διάδικα σε μία υπόθεση, είναι κατά κανόνα ελεύθερα να επιλέγουν τα μέσα, τα οποία θα χρησιμοποιούν για να συμμορφώνονται σε μία απόφαση του Δικαστηρίου που διαπιστώνει παραβίαση της Συμβάσεως. Αυτή η διακριτική ευχέρεια, ως προς τον τρόπο εκτελέσεως της απόφασης του Δικαστηρίου, εκφράζει την ελευθερία επιλογής, με την οποία συνδέεται η πρωταρχική υποχρέωση που επιβάλλει η Σύμβαση στα συμβαλλόμενα Κράτη: να εγγυώνται τον σεβασμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών, που εγγυάται η Σύμβαση (άρθρο 1). Εάν η φύση της παραβίασης επιτρέπει restitutio in integrum [την αυτούσια αποκατάσταση], στο εναγόμενο Κράτος εναπόκειται να την υλοποιήσει και το Δικαστήριο δεν διαθέτει ούτε την αρμοδιότητα ούτε την πρακτική δυνατότητα να την ολοκληρώσει το ίδιο. Εάν, αντιθέτως, το εθνικό δίκαιο δεν επιτρέπει ή δεν επιτρέπει παρά ατελώς την εξαφάνιση των συνεπειών της παραβιάσεως, το άρθρο 41 της Συμβάσεως νομιμοποιεί το Δικαστήριο, εφόσον συντρέχει λόγος, να επιδικάσει στον αδικηθέντα διάδικο, την αποζημίωση την οποία κρίνει κατάλληλη (ibidem, §20).
8. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η υπόθεση αφορούσε την ακύρωση του τίτλου ιδιοκτησίας του προσφεύγοντος από μία δικαστική απόφαση. Πρόκειται για ένα ακίνητο το οποίο απέκτησε το προσφεύγον το 1902 με δικά του χρήματα. To 1903, η χρήση του ακινήτου μεταβιβάστηκε στο Βακούφι του Ορφανοτροφείου. Η χρήση αυτή δηλώθηκε στο Κτηματολόγιο. Εν τούτοις, το προσφεύγον πάντοτε σημειωνόταν στο Κτηματολόγιο ως «ιδιοκτήτης» του εν λόγω ακινήτου.
29. Έχοντας κρίνει στην επί της ουσίας Απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008 ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στο προσφεύγον, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ακύρωση του τίτλου ιδιοκτησίας του συνιστούσε επέμβαση του Τουρκικού κράτους στο δικαίωμα του προσφεύγοντος για ειρηνική απόλαυση της περιουσίας του (Απόφαση επί της ουσίας, §66). Το Δικαστήριο σημείωσε στην ίδια Απόφαση ότι τα Τουρκικά δικαστήρια, τα οποία είχαν ακυρώσει το τίτλο ιδιοκτησίας του προσφεύγοντος, είχαν διατάξει την εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ’ονόματι του Βακουφίου του Ορφανοτροφείου, το οποίο εν τω μεταξύ είχε υπαχθεί από την Γενική Διεύθυνση Βακουφίων στην κατηγορία των «κατειλημμένων» (mazbut) βακουφίων επειδή σταμάτησε τις φιλανθρωπικές δραστηριότητές του. Επομένως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν πλέον εγγεγραμμένο στο προσφεύγον και ότι το διαχειριζόταν η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων, ένας δημόσιος οργανισμός, υπό την εποπτεία του Πρωθυπουργού (Απόφαση επί της ουσίας, 8.7.2008, §68).
30. Στην Απόφαση επί της ουσίας (8.7.2008), το Δικαστήριο, ακόμη κι αν δεν έκρινε ότι η στέρηση της εν λόγω ιδιοκτησίας ήταν αυθαίρετη, εξέφρασε ωστόσο επιφυλάξεις σχετικά με την νομική της βάση. Ειδικότερα, έκρινε τα ακόλουθα:
«91. (…) ακόμα κι αν υποτεθεί ότι το εν λόγω ακίνητο προοριζόταν για συγκεκριμένη χρήση για μια μακρά περίοδο, τίποτα δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο προορισμός αυτός μπορεί να απομειώσει από το περιεχόμενό του το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Ακόμα κι αν το γεγονός ότι η εναγόμενη Κυβέρνηση θέλησε να διατηρήσει τον αρχικό προορισμό του εν λόγω ακινήτου δε θέτει αφ’ εαυτού κάποιο ζήτημα, το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι τουρκικές αρχές δεν μπορούσαν να προβούν σε παρόμοια στέρηση της ιδιοκτησίας χωρίς να προβλέψουν επαρκή αποζημίωση για το προσφεύγον. Ωστόσο, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι εν προκειμένω αυτό δεν έλαβε την παραμικρή αποζημίωση.
92. Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι η στέρηση της ιδιοκτησίας προβλεπόταν από τον νόμο και εξυπηρετούσε σκοπό δημοσίας ωφελείας, το Δικαστήριο εκτιμά ότι διαταράχθηκε η δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ της προστασίας της ιδιοκτησίας και των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και ότι στους ώμους του προσφεύγοντος τέθηκε ένα ειδικό και υπερβολικό βάρος. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου.»
31. Υπό το φως της ως άνω σκέψης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επανεγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του προσφεύγοντος Πατριαρχείου στο Κτηματολόγιο θα έθετε το Πατριαρχείο, στο καλύτερο μέτρο του δυνατού, στην ίδια κατάσταση με εκείνη που υπήρξε όταν ξεκίνησε η παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Τουρκικής κυβέρνησης σύμφωνα με το οποίο η χρηματική αποζημίωση συνιστά το μόνο κατάλληλο τρόπο για την αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας. Γι’αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο αναφέρεται στην παράγραφο 61 της Απόφασης επί της ουσίας της 8ης Ιουλίου 2008:
Είναι αλήθεια ότι, από την αρχή, το επίδικο ακίνητο προοριζόταν για συγκεκριμένη χρήση, εν προκειμένω για ορφανοτροφείο, αλλά το Δικαστήριο δεν διακρίνει το λόγο γιατί μία τέτοια χρήση θα μπορούσε αφ' εαυτής να αποκλείσει το προσφεύγον Πατριαρχείο από το να είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου.
32. Εξάλλου, το Δικαστήριο προσέδωσε «σημασία στο γεγονός ότι, κατόπιν της ψήφισης των νόμων [που τροποποιούσαν το νομικό καθεστώς των βακουφίων], (…) το Βακούφι του Ορφανοτροφείου δεν διεκδίκησε οποιοδήποτε τίτλο ιδιοκτησίας» (Απόφαση επί της ουσίας, 8.7.2008, §64). Επ’ αυτού, το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’όψη του την επιστολή της Εφορείας του Βακουφίου του Ορφανοτροφείου, στην οποία δηλώνει ότι ποτέ δεν διεκδίκησε την επ’ ονόματι του Βακουφίου εγγραφή του επίδικου ακινήτου (παράγραφος 9 ανωτέρω).
33. Συνεπώς, για το Δικαστήριο, η επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης στο προσφεύγον Πατριαρχείο δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογη αποκατάστασή του, εφόσον η λύση αυτή τείνει προς την επιβεβαίωση μίας κατάστασης που ήδη κρίθηκε αντίθετη στις επιταγές του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Εξάλλου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψη του την από 4 Δεκεμβρίου 2008 απόφαση της Ολομέλειας του Τμήματος διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία είχε ιδίως εκτιμήσει ότι το Βακούφι του Ορφανοτροφείου, το οποίο έχει στην ιδιοκτησία του ορισμένα ακίνητα και το οποίο έδινε υποτροφίες σε ορισμένους μαθητές, δεν ήταν νόμιμο να υπαχθεί στην κατηγορία των «κατειλημμένων» (mazbut) βακουφίων.
34. Περαιτέρω, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι αποφάνθηκε στην υπόθεση Bozcaada Kimisis Teodoku Rum Ortodoks Kilisesi Vakfı [Βακούφι της Ρωμέϊκης Εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Τενέδου] κατά Τουρκίας αριθ. 2 (nos 37646/03, 37665/03, 37992/03, 37993/03, 37996/03, 37998/03, 37999/03 και 38000/03, §68, 6 Οκτωβρίου 2009) ότι η επιστροφή του νεκροταφείου της ελληνικής κοινότητας της νήσου Ίμβρου (Bozcaada), ενός εξωκκλησιού και ενός ερειπωμένου μοναστηριού, αγαθά τα οποία έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, συνιστούσε το μοναδικό κατάλληλο τρόπο αποκατάστασης (βλέπε mutatis mutandis, Vontas και λπ κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, no 43588/06, §50, 5 Φεβρουαρίου 2009). Παρατηρεί, λοιπόν, ότι οι εκτιμήσεις αυτές εφαρμόζονται mutatis mutandis στην παρούσα υπόθεση, λαμβανομένου υπόψη της σημασίας του επίδικου ακινήτου για την κληρονομιά του προσφεύγοντος.
35. Συμπερασματικά, για το Δικαστήριο, στην παρούσα υπόθεση, η επανεγγραφή στο Κτηματολόγιο του τίτλου ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου στο όνομα του προσφεύγοντος συνιστά τον μοναδικό εύλογο τρόπο αποκατάστασης της προκληθείσας ζημίας. Δεν υπάρχει, επομένως, λόγος για να αποφανθεί το Δικαστήριο περί της χρηματικής αποζημίωσης.
36. Όσον αφορά την ηθική βλάβη, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η παραβίαση της Συμβάσεως προκάλεσε στο προσφεύγον Πατριαρχείο συγκεκριμένη ηθική ζημία, επακόλουθο του αισθήματος αδυναμίας και απογοήτευσης έναντι της απώλειας του ακινήτου του. Αποφαινόμενο κατά δίκαιη κρίση, το Δικαστήριο επιδικάζει στο προσφεύγον 6.000 ευρώ για την ηθική βλάβη.

Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη

37. Το προσφεύγον ζητά 53.651,12 τουρκικές λίρες για έξοδα και δικαστική δαπάνη, που πραγματοποίησε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Για την υποστήριξη αυτών των εξόδων προσκομίζει μια εξοφλητική απόδειξη για οφειλή που προέκυψε στο πλαίσιο του φακέλου αριθ. 2009/6244, κατόπιν διαταγής του Πρωτοδικείου των Νήσων της 20ης Απριλίου 2005 (φάκελος 2205/9Ε και 2005/40Κ). Περαιτέρω, ζητά 50.000 ευρώ για όλα τα λοιπά έξοδα και τις δικαστικές δαπάνες που πραγματοποίησε ενώπιον των Τουρκικών δικαστηρίων και των οργάνων της Συμβάσεως. Προσκομίζει δε ένα τιμολόγιο και έναν υπολογισμό των ωρών απασχόλησης για την υπεράσπισή του.
38. Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι τα απαιτούμενα ποσά είναι υπερβολικά. Όσον αφορά τα έξοδα και τη δικαστική δαπάνη, θεωρεί ότι το αιτούμενο ποσό είναι υπέρογκο και ότι τα δικαιολογητικά τα οποία προσκομίσθηκαν δεν είναι επαρκή.
39. Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένας προσφεύγων δεν μπορεί να εισπράξει τα έξοδα και τη δικαστική του δαπάνη παρά μόνον στο μέτρο που αυτά αποδεικνύονται αληθή, αναγκαία και εύλογα. Περαιτέρω, όταν το Δικαστήριο διαπιστώνει παραβίαση της Συμβάσεως, δεν επιδικάζει στον προσφεύγοντα τα έξοδα και η δικαστική δαπάνη που πραγματοποίησε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων παρά μόνον αν αυτά πραγματοποιήθηκαν για να αποφευχθεί ή να διορθωθεί η σχετική παράβαση.
40. Όσον αφορά το αιτούμενο ποσό για τα έξοδα που πραγματοποίησε το προσφεύγον ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, δεν είναι βέβαιο ότι οι σχετικές αξιώσεις είναι επαρκώς δικαιολογημένες για να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 60§2 του Καταστατικού του Δικαστηρίου. Εξάλλου, το Δικαστήριο θεωρεί υπερβολικές τις δικηγορικές αμοιβές που αξιώνονται για την υπεράσπιση του προσφεύγοντος. Θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι θα πρέπει να επιστραφεί μέρος αυτών. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει εύλογο να επιδικάσει στο προσφεύγον το ποσό των 20.000 ευρώ.

Γ. Τόκοι υπερημερίας

Το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόζει να υπολογισθούν οι τόκοι υπερημερίας βάσει του επιτοκίου διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξανόμενου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ
Αποφαίνεται:
Α- ότι, εντός τριών μηνών από την ημέρα που η παρούσα απόφαση καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44§2 της Συμβάσεως, το αμυνόμενο Τουρκικό Κράτος οφείλει να προβεί στην επανεγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του προσφεύγοντος στο Κτηματολόγιο,
Β- ότι, το αμυνόμενο Τουρκικό Κράτος οφείλει να καταβάλλει στο προσφεύγον, εντός των τριών μηνών από την ημέρα που η παρούσα απόφαση καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44§2 της Συμβάσεως, τα ακόλουθα ποσά σε ευρώ, αφού μετατραπούν σε Τουρκικές λίρες ανάλογα με την ισοτιμία της ημέρας εξόφλησης:
i. 6.000 ευρώ, και επιπλέον ο φόρος, για ηθική βλάβη
ii. 20.000 ευρώ, και επιπλέον ο φόρος που τυχόν θα επιβληθεί στο προσφεύγον, για έξοδα και δικαστική δαπάνη
Γ- Απορρίπτει, ως προς τα λοιπά, το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης.


Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 15 Ιουνίου 2010 κατ' εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του Κανονισμού.


Françoise Ellen-Passos Γραμματέας
Françoise Tulkens Πρόεδρος

Μετάφραση στη ελληνική γλώσσα: Γιάννης Κτιστάκις