Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

ΜΕ ΠΡΩΤΙΕΣ ΣΦΡΑΓΙΣΤΗΚΕ Η ΕΚΘΕΣΗ ΜΝΗΜΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΕΛΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ



Η Έκθεση Μνήμης, που οργάνωσε η εφημερίδα «Ανατολή» για τις Απελάσεις των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, 1964 – 1965 και με τον διακριτικό τίτλο «Σε μια βαλίτσα όλο το βιός μας», πραγματοποιήθηκε από 2 έως και 7 Φεβρουαρίου 2015, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων.


Την Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου, η αθρόα προσέλευση εκατοντάδων επισκεπτών, στην τελετή εγκαινίων της Έκθεσης, ήταν ενδεικτική για την πολυπληθή παρουσία ενός «πολυσυλλεκτικού» κοινού, τις μέρες που ακολούθησαν στις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της Έκθεσης.
Αυτή η εντυπωσιακή συμμετοχή δεν ήταν άσχετη, με την κίνηση των οργανωτών, να «ανοίξουν» για πρώτη φορά σε τέτοιο εύρος, στο ελλαδικό κοινό, μία εκδήλωση που αφορά ένα ιστορικό γεγονός το οποίο καθόρισε το μέλλον της Πολίτικης Ρωμηοσύνης.
Ίσως το κορυφαίο γεγονός, της εβδομάδας που πραγματοποιήθηκε η Έκθεση Μνήμης, ήταν η συζήτηση «στρογγυλής τράπεζας» την Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου.
Η συγκεκριμένη συζήτηση δικαίως διεκδικεί τον χαρακτηρισμό της «πρωτιάς» στα χρονικά των συζητήσεων που αφορούν θέματα εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας και εξωελλαδικού Ελληνισμού.


Στη συζήτηση που συντόνισε ο δημοσιογράφος κ. Άρης Πορτοσάλτε, οι καθηγητές Άγγελος Συρίγος και Ευάνθης Χατζηβασιλείου, σε γενικές γραμμές διατύπωσαν το σκεπτικό ότι η πολιτική της Ελλάδας, μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, ήταν η προστασία του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης. Όμως, η πολιτική της Τουρκίας για εκδίωξη των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων, ήταν πιο ισχυρή και αποτελεσματική. Συμπερασματικά, η Ελλάδα δεν μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα, έναντι της πολιτικής που ακολούθησε η Τουρκία.
Στον αντίποδα, ο Πρόεδρος της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών, καθ. κ. Νίκος Ουζούνογλου, διατύπωσε την άποψη ότι παρά την πολιτική της Τουρκίας, οι πολιτικοί της Ελλάδας δεν επέδειξαν την αναγκαία πολιτική βούληση για την προστασία της ελληνικής μειονότητας στην Τουρκία, αντιθέτως προέταξαν την πολιτική διατήρησης καλών σχέσεων με την Τουρκία.
Κατά τον κ. Ουζούνογλου (όπως και κατά την γνώμη πολλών Κωνσταντινουπολιτών) οι πολιτικές ηγεσίες της Ελλάδας αντιμετώπισαν ως «βαρίδιο» για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, τον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης.
Την 3η Φεβρουαρίου, για πρώτη φορά ήρθαν αντιμέτωπες σε δημόσιο διάλογο, δύο διαφορετικές σχολές σκέψεις, σε ό,τι αφορά την πολιτική των ελλαδικών ηγεσιών και τον οικουμενικό Ελληνισμό.
Μέχρι σήμερα είχαμε γνωρίσει αντιπαραθέσεις μεταξύ των «ρεβιζιονιστών ιστορικών» και των «πατριωτών ιστορικών». Ουσιαστικά και οι δύο σχολές σκέψεις παρά τις «ξένες επιρροές» τους, κατά κύριο λόγο εκφράζουν το «ελλαδοκεντρικό αφήγημα». Ήταν η πρώτη φορά που σε δημόσια συζήτηση, σε αυτές τις δύο αντιλήψεις για την Ιστορία, αντιπαρατέθηκε η ιστορική πραγματικότητα του εξωελλαδικού Ελληνισμού. Κι αυτή την πραγματικότητα την διατύπωσε ο κ. Νίκος Ουζούνογλου, όταν σε μια από τις παρεμβάσεις του, υπενθύμισε την παρουσία του Ελληνισμού στις αρχές του 20 αιώνα, σε μια γεωγραφικά εκτενή περιοχή, από την λεκάνη της Ανατ. Μεσογείου έως τις βόρειες ακτές του Εύξεινου Πόντου και την συνέκρινε με την σημερινή πραγματικότητα της Ελλάδας.


Μία άλλη σημαντική πρωτιά, της Έκθεσης Μνήμης, ήταν ότι άνοιξε ένα «παράθυρο», για να μην εξαντληθεί το θέμα των Απελάσεων, σε μια εκδήλωση μνήμης, αλλά να υπάρξει και μία προοπτική. Αυτή την προοπτική, που θα κινηθεί στο πεδίο των διεκδικήσεων, στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου, θα εξετάσει η Οργανωτική Επιτροπή της Έκθεσης σε συνεργασία με την Τιμητική Επιτροπή των Απελαθέντων, που συμμετείχαν στην διοργάνωση.
Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο στην Έκθεση Μνήμης και όσα σημαντικά συνέβησαν κατά την διάρκεια της. Όπως για παράδειγμα στην ομιλία του πρέσβη επί τιμή κ. Λεωνίδα Χρυσανθόπουλου, αλλά και στην incognito παρουσία μελών της διπλωματικής αποστολής της Τουρκίας, στις εκδηλώσεις της Έκθεσης. Γι’ αυτά και άλλα ενδιαφέροντα μπορείτε να διαβάσετε στο προσεχές τεύχος της «Ανατολής».

Γρηγόρης Κεσίσογλου