Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

ΑΝΘΕΙ Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ, ΕΝΩ ΑΠΕΙΛΕΙΤΑΙ ΑΜΕΣΑ Η ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΗ ΠΑΙΔΕΙΑ


Στην εφημερίδα «Έθνος», δημοσιεύτηκε άρθρο της Ματίνας Δέμελη για τα ελληνικά μαθήματα που πραγματοποιούνται από το Γενικό Προξενείο της Κωνσταντινούπολης, στο Σισμανόγλειο Μέγαρο.
Το άρθρο αν και παρουσιάζει μία εντυπωσιακή εικόνα της πρωτοβουλίας του Γεν. Προξενείου, ταυτόχρονα δημιουργεί ερωτηματικά και απορίες.


Η δημοσιογράφος σημειώνει ότι η «πρωτοβουλία δεν έχει δει την ανάλογη στήριξη από την πλευρά της Αθήνας». Δεν γνωρίζουμε εάν αποκόμισε αυτή την εντύπωση από την συνομιλία της με τον Γεν. Πρόξενο κ. Μπορνόβα, όμως εάν πράγματι είναι έτσι μήπως θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο κ. Γενικός ενεργεί αυτοβούλως, χωρίς κάποιο κεντρικό σχέδιο ή στρατηγική της προϊστάμενης αρχής του; Βέβαια δεν θα μας εξέπληττε η «αυτόνομη» λειτουργία μίας μονάδας της ελληνικής διοίκησης. Αναρωτιόμαστε όμως στην περίπτωση αυτή, εάν θα έχει συνέχεια η πρωτοβουλία του κ. Μπορνόβα, όταν θα λήξει η θητεία του στην Πόλη. Πόσο μάλλον εάν αναλογιστούμε ότι ήδη έχουν ακυρωθεί πρωτοβουλίες του προκατόχου του, πρέσβη κ. Αλέξη Αλεξανδρή.
Αναφερόμενος στην πορεία της διδασκαλίας ελληνικής γλώσσας, ο κ. Μπορνόβας είπε στην δημοσιογράφο: «Ξεκινήσαμε με μία τάξη. Σιγά σιγά το ενδιαφέρον μεγάλωσε. Και σήμερα έχουμε φτάσει στους 200 μαθητές, με δύο τμήματα στα οποία φοιτούν Ελληνες, Τούρκοι αρμενικής και αραβικής καταγωγής και μουσουλμάνοι με καταγωγή από τη Θράκη…»
Αποτελεί θετική κίνηση η διάδοση της ελληνικής γλώσσας στην τουρκική κοινωνία. Επίσης, εάν συνυπολογίσουμε τις εκθέσεις, όπως αυτή για την Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και διάφορες διαλέξεις κ.λ.π., στο Σισμανόγλειο Μέγαρο, βλέπουμε ότι αναπτύσσεται μία αξιοσημείωτη πολιτιστική δραστηριότητα, με πρωτοβουλία του κ. Γενικού Προξένου.
Ίσως να έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για να προχωρήσουν Ελλάδα και Τουρκία σε μία διακρατική συμφωνία για αμοιβαία ίδρυση «πολιτιστικών κέντρων» της Ελλάδας στην Πόλη και της Τουρκίας στην Αθήνα. Διότι, δεν γνωρίζουμε εάν οι «πολιτιστική διπλωματία» του κ. Μπορνόβα έχει ενοχλήσει τις τουρκικές αρχές, όπως έχει γραφτεί στον ελληνικό τύπο, αλλά η αντίστοιχη δραστηριότητα της Γεν. Προξένου της Τουρκίας στην Αθήνα προκαλεί ενοχλήσεις, όταν μάλιστα επιδιώκει να αξιοποιήσει Κωνσταντινουπολίτες των Αθηνών, για τις επιδιώξεις της.

Ένα άλλο σημείο του δημοσιεύματος στο «Έθνος» που προκαλεί ερωτηματικά, είναι αυτό που ο κ. Γενικός αναφέρεται στους διδασκάλους της ελληνικής γλώσσας στο ιδιότυπο φροντιστήριο του Σισμανόγλειου Μεγάρου. Λέει: «Οι εκπαιδευτικοί είναι αποσπασμένοι από την Ελλάδα, οι οποίοι εργάζονται στα ελληνικά σχολεία της Κωνσταντινούπολης και έρχονται εδώ στο Σισμανόγλειο να διδάξουν, εθελοντικά, εκτός ωραρίου σχολείου».
Μας ξαφνιάζει η δήλωση του κ. Γενικού, γιατί είχαμε την εντύπωση ότι οι μετακλητοί εκπαιδευτικοί προορίζονται αποκλειστικά για την εκπαίδευση των μαθητών της ομογένειας. Και αν έχουν ελεύθερο χρόνο και εθελοντικό πνεύμα, θα μπορούσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για την βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου των Ρωμηόπαιδων, όπως επίσης και της ελληνοφωνίας που δοκιμάζεται λόγω των αντικειμενικών συνθηκών υπό τις οποίες ζουν τα παιδιά της ομογένειας.
Το σημείο δε τους δημοσιεύματος που δεν καταλάβαμε καθόλου, είναι αυτό που η δημοσιογράφος κατά την κρίση της ή καθ’ υπόδειξη γράφει: «…Η διδασκαλία (των ελληνικών) θα μπορούσε να ενισχυθεί από το ελληνικό κράτος εάν άνοιγαν φροντιστήρια από Έλληνες μετακλητούς εκπαιδευτικούς του υπουργείου Παιδείας. Σήμερα στην Κωνσταντινούπολη υπάρχουν 16 μετακλητοί εκπαιδευτικοί»..!
Δεν μπορούμε να διανοηθούμε πώς οι 16 μετακλητοί εκπαιδευτικοί θα μπορούσαν ν’ ανοίξουν φροντιστήριο, χωρίς ν’ αλλάξει το περιεχόμενο της αποστολής τους και ο σκοπός της απόσπασης τους στην Κωνσταντινούπολη. Εκτός και αν κάποιοι λογαριάζουν να τους αξιοποιήσουν διαφορετικά, υπολογίζοντας ότι μετά από μερικά χρόνια δεν θα υπάρχουν ομογενείς μαθητές, ενώ δεν θα μπορούν να καταργήσουν τον θεσμό των μετακλητών, για λόγους που μόνο η ελληνική εξωτερική πολιτική μπορεί να εξηγήσει.

Τελειώνοντας την ανάγνωση του άρθρου, μας μένει μία πικρή γεύση ανάμικτη με θυμό.
Όλοι όσοι παρακολουθούν τα ομογενειακά θέματα γνωρίζουν ότι η εξασφάλιση ελληνόφωνης προνηπιακής εκπαίδευσης στα παιδιά της ομογένειας, είναι ένα σημαντικό πρόβλημα, αφού από την επίλυση του κρίνεται ακόμη και η επιβίωση των ομογενειακών σχολείων.
Το πρόβλημα αυτό το γνωρίζουν οι αρμόδιοι, επειδή επανειλημμένα τους έχει τεθεί, τόσο σε επιστημονικό επίπεδο όσο και με αλλεπάλληλα διαβήματα των φορέων που εκπροσωπούν τους Κωνσταντινουπολίτες.
Για την εξεύρεση οριστικής νόμιμης λύσης σε αυτό το χρονίζον πρόβλημα, το Γεν. Προξενείο της Πόλης μπορεί να συνδράμει καθοριστικά στην ομογένεια. Εάν ένα ποσοστό της ενέργειας που δαπανήθηκε για την λειτουργία του προξενικού φροντιστηρίου και την προβολή του στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, είχε διοχετευτεί για την εξασφάλιση της προνηπιακής εκπαίδευσης των Ρωμηόπαιδων, το πρόβλημα ήδη θα είχε επιλυθεί.
Η διπλωματική αντιπροσωπεία της Ελλάδας, πασχίζει να διαδώσει τα ελληνικά στην Πόλη, ενώ την ίδια στιγμή παραμένει θεατής στην κατάπτωση της ελληνόφωνης παιδείας των ομογενών μας.