Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

«ΑΞΙΟΣ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΑΠΟ ΕΜΑΣ, ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΚΑΛΟ ΤΗΣ ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΣ»

Ομιλία του κ. Λάκη Βίγκα στην εκδήλωση τίμησης του από την Οι.Ομ.Κω. με τον τίτλο «Άξιος της Ρωμιοσύνης», στην Τράπεζα της Ελλάδας, 2 Νοεμβρίου 2012


Θα ήθελα πρώτα από όλα να ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδιάς μου τον πρόεδρο της ΟIΟΜΚΩ, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τους συνεργάτες τους, για την τιμητική πρόσκληση που μου κάνανε να έρθω από την πόλη των ονείρων του κάθε Ρωμιού στην πόλη του κλασσικού φωτός, στην Αθήνα, με σκοπό να μου αποδοθεί ο τίτλος του «Άξιου της Ρωμιοσύνης».
Βαρύς ο τίτλος, όμως, επιτρέψτε μου να πω πως πιστεύω ακράδαντα ότι δεν είμαι άξιος της Ρωμιοσύνη ς αλλά ότι η πονεμένη Ρωμιοσύνη είναι άξια παντός επαίνου και σεβασμού.
Ζει, αναπνέει και μεγαλουργεί σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, ιδίως δε στην παλιά της κοιτίδα, την Πόλη. Πορεύεται μέσα στους αιώνες άλλοτε με δόξα και άλλοτε με αδοξία, άλλοτε σε τρικυμίες και άλλοτε στη γαλήνη, άλλοτε με ευφροσύνη άλλοτε με πόνο και δάκρυ, όμως υπάρχει, πάντοτε παρούσα και αγωνιζομένη, πάντοτε εμμένει.

Καμία μειονότητα στη διάρκεια της ιστορίας της δεν μένει αναλλοίωτη. Δεν είναι μόνο τα ποσοτικά δεδομένα που μεταβάλλονται αλλά κυρίως το ότι οι ίδιες αναπτύσσονται, αλλάζουν και εξελίσσονται, όπως και οι κοινωνίες στις οποίες ζουν. Έτσι δεν υπάρχουν μειονότητες που δεν επηρεάζονται από το τι γίνεται γύρω τους.
Βέβαια, οι μειονότητες έχουν τις σταθερές τους, μοιράζονται αξίες και παραδόσεις, που τους προσδίδουν συγκεκριμένη ταυτότητα. Και αυτό είναι μια βαριά κληρονομιά αλλά ταυτόχρονα μια κληρονομιά γεμάτη προκλήσεις, για το πώς θα μπορέσει μία μειονότητα συλλογικά όπως και κάθε μέλος της προσωπικά, να διατηρήσουν την ιδιαίτερη πολιτισμική τους φυσιογνωμία, προσαρμοζόμενοι σ’ έναν κόσμο που αλλάζει.
Αυτό ακριβώς αντιμετωπίζουμε σήμερα στην Πόλη. Εκσυγχρονίζεται η μειονότητα, αποκτά νέες συνήθειες, διαμορφώνει νέες παραδόσεις, κρατώντας ταυτόχρονα ζωντανές τις παλιές. Καμιά μειονότητα δεν κατάφερε να επιβιώσει και να ανθήσει μένοντας προσκολλημένη και μόνο στις παραδόσεις της και αδιαφορώντας για το τι γίνεται γύρω της.
Η Πόλη σήμερα, είναι ένας χώρος γεμάτος δυναμισμό, σε όλα τα επίπεδα. Το διαπιστώνουμε καθημερινά, στον τρόπο που αλλάζει το αστικό τοπίο, το επιχειρηματικό περιβάλλον, η καλλιτεχνική δημιουργία. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που ολοένα και περισσότερο την επιλέγουν ως προορισμό εγκατάστασης άνθρωποι από όλο τον κόσμο, όπως και από την Ελλάδα, αναζητώντας νέες εργασιακές ευκαιρίες. 


Μέσα, όμως, σε αυτήν την δίνη των ραγδαίων μεταβολών και της δυναμικής, παραμονεύει ο κίνδυνος να αφομοιωθούμε εμείς ως μειονότητα. Αυτό, λοιπόν, που προσπαθούμε να κάνουμε σήμερα είναι να εξασφαλίσουμε ένα δυναμικό μέλλον, πατώντας γερά στο παρελθόν μας.
Γι’ αυτό και επιχειρούμε να ανασυστήσουμε θεσμούς και συλλογικότητες και να δημιουργήσουμε νέους φορείς εκπροσώπησης που να ανταποκρίνονται στις σημερινές ανάγκες, ώστε να ενισχύσουμε την αλληλεγγύη των κοινοτικών ιδρυμάτων μας αλλά και να εξασφαλίσουμε τη διαφάνεια στη διοίκησή τους, με γνώμονα πάντοτε, την ενίσχυση συλλογικών αξιών και κοινών οραμάτων. Προϊόν αυτής της προσπάθειας είναι και ο Σύνδεσμος Υποστήριξης Ρωμαίικων Κοινοτικών Ιδρυμάτων, που ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 2011 απαντώντας στις σύγχρονες ανάγκες και ελλείψεις της κοινότητάς μας.
Το ζήτημα της δημιουργικής προσαρμογής και όχι αφομοίωσης μιας μειονότητας στο εξωγενές περιβάλλον της, εγείρει πολύ συχνά ερωτήματα ως προς την ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά της. Αλήθεια, ποια είναι τα δικά μας, των Ρωμιών δηλαδή, τα χαρακτηριστικά εκείνα που καθορίζουν την ταυτότητα μας;
Σίγουρα η ελληνική γλώσσα, η ορθοδοξία και η συλλογική ιστορική μνήμη. Είναι, όμως, αυτά μόνα τους ικανά να προσδιορίσουν το ποιος ανήκει σε αυτό που λέμε ρωμαίικη κοινότητα της Πόλης στον 21ο αιώνα; Σήμερα ζουν μαζί μας πολλοί τουρκόφωνοι αλλά και σλαβόφωνοι που είναι ορθόδοξοι, ή πολλά παιδιά που έχουν προέλθει από μικτούς γάμους τα οποία δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη δέσμευση στο θρήσκευμα στο οποίο ανήκουν τυπικά αλλά εκφράζουν την θέληση να συμμετάσχουν στα πολιτιστικά δρώμενα των Ρωμιών, υπάρχουν πολλοί που μιλάνε ελληνικά αλλά δεν έχουν ως τόπο καταγωγής τους την Πόλη, όπως είναι ένας ολοένα και αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που έρχονται από την Ελλάδα για να εγκατασταθούν και να εργαστούν στην Πόλη.
Εμείς, ως Ρωμιοί, δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια εμπρός σε αυτά τα νέα δεδομένα. Αντιθέτως, είμαστε υποχρεωμένοι να προτείνουμε με ποιους τρόπους θα διευρυνθεί η Ρωμιοσύνη. Είμαστε υποχρεωμένοι αφού κατανοήσουμε, να δράσουμε μ’ έναν τρόπο που να ανταποκρίνεται σε αυτές τις ιστορικές προκλήσεις. Γι αυτό και προσπαθούμε να σεβαστούμε την ετερογένεια όσων επιλέγουν να είναι Ρωμιοί σήμερα, ενώ ταυτόχρονα, ενισχύουμε τα στοιχεία που καλλιεργούν την αίσθηση μιας κοινής πολιτιστικής συνισταμένης.
Και δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο. Να θυμίσω ότι μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, πολλοί  Έλληνες από την Ήπειρο, από τα νησιά του Αιγαίου, παραδείγματος χάριν οι δικοί μου πρόγονοι κατάγονται από τη Χίο, Καραμανλήδες από την Ανατολή και άλλοι ήρθαν στην Πόλη φέρνοντας μαζί τους πολύ διαφορετικές, ιδιαίτερες, τοπικές παραδόσεις. Όλες αυτές μπόρεσαν ωστόσο να αφομοιωθούν σε μια ευρύτερη ρωμαίικη ταυτότητα, επαναπροσδιορίζοντας τα νέα κοινά, ενωτικά στοιχεία που θα συγκροτούσαν την ταυτότητα των Ρωμιών της Πόλης. Η νέα αυτή ταυτότητα, δεν απέκλεισε όσους είχαν πρόσφατα αφιχθεί στην Πόλη. Αντιθέτως, επέτρεψε τη συγκρότηση μιας κοινότητας η οποία μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τις συνθήκες που επικρατούσαν στην "μεγάλη πόλη" της οθωμανικής αυτοκρατορίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Η Ρωμιοσύνη μεγαλούργησε εντάσσοντας στους κόλπους της νέες κοινωνικές ομάδες, αφουγκραζόμενη τις εκάστοτε νέες συνθήκες.  


Η θετική συγκυρία της κοινωνικής όσμωσης στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω δεν σημαίνει ότι τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει η μειονότητα σήμερα θα λυθούν ως δια μαγείας. Δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκαν η μιζέρια, οι αντιζηλίες, οι ιδιοτέλειες. Τα ανέφερα για να υπογραμμίσω τις πολύ καλύτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες δίνουμε την μάχη τώρα.
Θα πρέπει, όμως, να τονίσω ότι συνεχίζει να υπάρχει μία νοοτροπία που συχνά γίνεται εμπόδιο σε πολλές πρωτοβουλίες. Είναι η λεγόμενη πολιτική της αμοιβαιότητας που συχνά γίνεται άλλοθι για να συνεχίσουν οι αδράνειες της πολιτικής και της γραφειοκρατίας. Οι μειονότητες της Πόλης και της Δυτικής Θράκης είναι πια δύο εντελώς διαφορετικές οντότητες, με ολοένα και πιο διαφορετικά προβλήματα, δομές και παραδόσεις. Το να αποτρέπονται πρωτοβουλίες στη Πόλη στο όνομα της αμοιβαιότητας, αποτελεί στις μέρες μας μία ξεπερασμένη λογική η οποία, τελικά, εξυπηρετεί και ενισχύει μια γραφειοκρατική λογική στην επίλυση των προβλημάτων των μειονοτήτων και δεν συμβάλει στην αξιοποίηση των προτάσεων που γίνονται από τα πιο δυναμικά μας στελέχη.

Τα τελευταία χρόνια άρχισαν να διαφαίνονται κάποιες νέες πραγματικότητες. Αυτές σχετίζονται και με τον τρόπο με τον οποίο η μειονότητα στην Πόλη είναι διατεθειμένη να στοχαστεί για τον εαυτό της, αλλά σχετίζονται και με τους γενικότερους μετασχηματισμούς που συντελούνται στην Τουρκική κοινωνία. Οι ακαδημαϊκές ανταλλαγές των τελευταίων 15 ετών, η επιμονή διαφόρων διανοουμένων αλλά και πολιτών και στις δύο χώρες σε μια αντιεθνικιστική και δημοκρατική διαχείριση των προβλημάτων, η επιμονή πολλών Ρωμιών να πάνε κόντρα σε κατεστημένα συμφέροντα, άρχισε να αποδίδει καρπούς. Σίγουρα σήμερα υπάρχει ένα ευνοϊκότερο νομικό καθεστώς ως προς τα ζητήματα των μειονοτήτων και υπάρχουν δείγματα πως αλλάζουν οι νοοτροπίες του κράτους αλλά και πολλών Τούρκων ως προς τα μειονοτικά.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι αυτές οι αλλαγές συμβαδίζουν με την γενικότερη διεθνή κατάσταση όπου επαναπροσδιορίζεται η έννοια του πολίτη. Η διεκδίκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των κοινωνικών δικαιωμάτων, η παγκοσμιοποίηση με τα θετικά και αρνητικά της, το ίντερνετ που εξασφάλισε την χωρίς φραγμούς επικοινωνία ανθρώπων με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές, όλα αυτά οδήγησαν στον επανακαθορισμό της έννοιας του πολίτη αλλά και της οργάνωσης των κοινωνιών μας. Παρά τα αρνητικά στη λειτουργία ορισμένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, οι οργανώσεις αυτές αποτελούν πια μία νέα πραγματικότητα και συμβάλουν, και μάλιστα με καθοριστικό τρόπο, στη λειτουργία των κοινωνιών μας, υπερασπιζόμενες την κοινωνία των πολιτών, υπερασπιζόμενες με άλλα λόγια, την ενίσχυση της δημοκρατίας.
Ο αγώνας για τα δικαιώματα των μειονοτήτων είναι ταυτόχρονα και αγώνας για τη δημοκρατία, για ένα σύγχρονο κράτος δικαίου. Αυτός ο στόχος, ειδικά σήμερα, γίνεται ακόμη πιο επιτακτικός, ειδικά σε μια χώρα όπως η Τουρκία, η οποία μάχεται για την κατάκτηση και την εδραίωση μιας εύθραυστης ακόμη δημοκρατίας.
Οι σχετικά πρόσφατη ιστορία των προσπαθειών μας στην Πόλη, μπορεί συμβολικά, να εκφραστεί ως η προσήλωση μας σε αυτά που εγώ αποκαλώ τα τέσσερα άλφα:
• στην ανίχνευση
• στην αλληλογνωριμία
• στην ανανέωση
• στην ανάπτυξη

Το 2006 με πρωτοβουλία του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου καταφέραμε να σχεδιάσουμε και να πραγματοποιήσουμε ένα Συνέδριο το οποίο είχε τίτλο «Συνάντηση στην Πόλη: Το παρόν και το μέλλον». Τα πρακτικά, μάλιστα του Συνεδρίου δημοσιεύθηκαν αρχικά στα Ελληνικά αλλά και πρόσφατα στα Τουρκικά από τον νέο εκδοτικό οίκο «Ιστός» που δημιουργήθηκε μετά την πρωτοβουλία κάποιων νέων Ρωμιών στην Πόλη.
Το Συνέδριο δεν θέλησε να αναλωθεί σε αφηγήσεις για τα μεγαλεία του παρελθόντος. Αντιθέτως, θέλησε να συζητήσει με ρεαλιστικούς όρους το σήμερα, να κατανοήσει τα προβλήματα των Ρωμιών, ώστε να μπορεί να ξεκινήσει μια συζήτηση για το αύριο. Διαπιστώσαμε πως θέματα που για χρόνια αποτελούσαν μια συζήτηση σε κλειστό κύκλο, μπορούσαν να συζητηθούν δημόσια και να κατανοηθούν καλύτερα.
Εκκινώντας από το Συνέδριο μπορέσαμε να υλοποιήσουμε σε αυτό το διάστημα και μέχρι σήμερα τις αρχές των τεσσάρων άλφα: Ανιχνεύσαμε το παρελθόν μας μέσα από σειρά δράσεων, ομιλιών, συνεδρίων και αναμετρήσαμε τις δυνάμεις μας για την αποκατάσταση της κοινότητας μας. Αλληλογνωριστήκαμε, καθώς μετά από πολλά χρόνια επιδιώξαμε την προσέγγιση με τους Πολίτες του εξωτερικού, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν με απροσδόκητη θέρμη στο κάλεσμα μας. Η αλληλογνωριμία, επίσης, μάς έπεισε ότι θα επιβιώσουμε εφόσον καταφέρουμε να διαχειριστούμε τον πλουραλισμό απόψεων που εκφράζονται κατά καιρούς. Απόψεις, οι οποίες αν και δεν έχουν τον ίδιο προσανατολισμό, μεταφέρουν την ίδια αγωνία για το τι κάνουμε από εδώ και εμπρός.


Επίσης, φάνηκε ότι η ανανέωση των διοικήσεων των κοινοτήτων μας και η διαφανής διαχείρισή τους πρέπει να είναι μεταξύ των πρωταρχικών στόχων μας. Κάτι το οποίο σε αυτά τα χρόνια άρχισε να υλοποιείται με εντυπωσιακούς ρυθμούς και τρόπους από την μεγάλη πλειοψηφία των κοινοτήτων μας.
Και τέλος, συνειδητοποιήσαμε ότι χρειάζεται να προχωρήσουμε με βάση ένα καλά επεξεργασμένο σχέδιο στην ανάπτυξη, δηλαδή σε εκείνες τις πρωτοβουλίες που θα κατοχυρώσουν μία δυναμική παρουσία και μία δυναμική ώθηση. Αποφασίσαμε, με άλλα λόγια, να προχωρήσουμε στην παραπέρα διερεύνηση των στοιχείων που συναποτελούν την ταυτότητα μας, να κατοχυρώσουμε την ακόμη πιο αποτελεσματική αξιοποίηση της τεράστιας περιουσίας μας, προς όφελος όλης της κοινότητας αλλά και την προστασία της από απατεώνες και να ιδρύσουμε εκείνους τους θεσμούς που θα ενισχύσουν τη λειτουργία των σχολείων μας, πολιτιστικών μας συλλόγων και φιλόπτωχων δραστηριοτήτων μας.

Σήμερα είναι κοινή συνείδηση ότι επεξεργαζόμαστε λύσεις, δρούμε όλο και πιο σπάνια μεμονωμένα, προχωρούμε προς τις αλλαγές που οραματιζόμαστε, πότε με βήμα ταχύ και σταθερό, πότε κοντανασαίνοντας από το βάρος, συχνότερα από όλα όμως με τον ενθουσιασμό που δίνει η αίσθηση ότι ζητήματα που φάνταζαν άλυτα, είναι πολύ λιγότερο απειλητικά όταν αντιμετωπίζονται συλλογικά.
Δεν μπορούμε να οραματιστούμε το μέλλον μας δίχως να θέτουμε νέους στόχους, δίχως εξωστρέφεια, δίχως λόγο και ευθύνη για την ύπαρξη μας, δίχως ανεξάρτητο τύπο και ποιοτική παιδεία.
Ήδη η πρωτοβουλία ίδρυσης του Συνδέσμου Υποστήριξης Ρωμαίικων Κοινοτικών Ιδρυμάτων βρήκε άμεση ανταπόκριση από όλη την κοινότητα. Η μόνιμη γραμματεία που διαθέτει, η ενημερωμένη ηλεκτρονική του ιστοσελίδα, τα προγράμματα που αναλαμβάνει συνδράμουν αθόρυβα στην ανάπτυξη και εξέλιξη των ιδρυμάτων μας και έχουν πολλαπλασιαστικά οφέλη για όλους. Οι κοινότητες, επίσης, αρχίζουν να προσφέρουν νέες παροχές ενώ επιμέρους πρωτοβουλίες όπως του νέου ελληνικού ραδιοσταθμού ή του εκδοτικού οίκου «Ιστός» ενδυναμώνουν και μας εμψυχώνουν ανοίγοντας καινούργια πεδία δράσης για την κοινότητα.
Θα ήθελα, όμως, να σταθώ λίγο στα θέματα που αντιμετωπίζουμε σχετικά με αυτήν την φάση της ανάπτυξης, που είναι και η δυσκολότερη. Η μεγάλη μας δυσκολία, είναι η έλλειψη εκείνου του ανθρώπινου δυναμικού που θα επωμιστεί την καθημερινή υλοποίηση των πρωτοβουλιών που πρέπει να παρθούν στην εκπαίδευση, στα πολιτιστικά, στα κοινοτικά.
Έχει, όμως, τεράστιο ενδιαφέρον, ότι σήμερα που μιλάμε, η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά σε σχέση με το τι ήταν ακόμη και πριν από πέντε χρόνια. Και έχει σημασία να τονιστεί ότι η βελτίωση αυτή πραγματοποιείται με τη στήριξη των προσπαθειών μας από πολλά νέα άτομα, οι οικογένειες των οποίων ζουν στην Πόλη αλλά και από νέες κοινωνικές ομάδες που ταυτίζονται με τα οράματά μας και επιθυμούν να συμπλεύσουν στο νέο πλαίσιο που διαγράφει η Ρωμιοσύνη σήμερα στην Πόλη. 

Θα μου επιτρέψετε να ολοκληρώσω την ομιλία μου αναφερόμενος στην εμπειρία μου ως εκλεγμένος, εκ μέρους όλων των μειονοτήτων, εκπρόσωπός τους στο δεκαπενταμελές Συμβούλιο της Γενικής Διεύθυνσης Βακουφίων στην Άγκυρα. Εκλέχτηκα σε αυτή τη θέση για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2008 και είχα την τιμή να επανεκλεγώ και τον Δεκέμβριο του 2011, παρόλο που προέρχομαι από την μικρότερη αριθμητικά μειονότητα.
Το γεγονός αυτό, ίσως, να αποτελεί και μια απόδειξη του ιστορικού βάρους και του κύρους που απολαμβάνει η κοινότητα μας. Αναμφισβήτητα, αυτή η περίοδος των τεσσάρων ετών παραμονής μου σε αυτή τη θέση ευθύνης χαρακτηρίστηκε από τις πολύ σημαντικές αλλαγές στο νομικό πλαίσιο που διέπει τα μειονοτικά ιδρύματα. Οι βελτιώσεις στις διατάξεις των βακουφικών νόμων είχαν ως συνέπεια μια σειρά επιστροφών περιουσίας που ανήκε στις μειονότητες και η οποία μέχρι σήμερα καταπατούνταν από το κράτος.
Στο διάστημα αυτό μερικές δεκάδες υποθέσεις των μειονοτικών μας ιδρυμάτων μελετήθηκαν από το Συμβούλιο του οποίου είμαι μέλος. Αναγνώρισα, επίσης, ότι πολλά από τα ζητήματα που αντιμετωπίζει η δική μας κοινότητα είναι κοινά για όλες τις μειονότητες και πως μονάχα με συνεργατικές κινήσεις θα μπορούσαμε να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας.
Γι' αυτό εξαρχής επεδίωξα συστηματικά τη γνωριμία και μετέπειτα στενότερη συνεργασία όλων των κοινοτήτων σε εκείνα τα θέματα που μας απασχολούν όλους, αλλά και την γνωριμία όλων με κυβερνητικούς αξιωματούχους. Είναι σημαντικό ότι οι μειονότητες σήμερα έχουν λόγο στη διαμόρφωση του νέου συντάγματος ή ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προσκαλεί σε γεύμα εργασίας όλες τις μη μουσουλμανικές μειονότητες.
Τέλος, μεταξύ των σημαντικότερων επιτυχιών στο διάστημα αυτό που είμαι στο Συμβούλιο είναι οπωσδήποτε η επιστροφή του κτιρίου της Σχολής Γαλατά, στο οποίο σχεδιάζεται να στεγαστεί ένας πολιτιστικός χώρος της κοινότητάς μας, όπως και η αναγνώριση του Κεντρικού Σχολείου ως βακούφι. Μάλιστα, ήδη η νεοεκλεγείσα επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο σύστασης ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος στο κτίριο που έχει μείνει ανενεργό την τελευταία δεκαετία.

Ίσως όμως όλα τα παραπάνω να μη μπορούσαμε ούτε να τα φανταστούμε, αν δεν είχαμε στο πλάι μας πολύτιμο συνοδοιπόρο και υποστηριχτή μας το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο που συμβολίζει και την ιστορική εξέλιξη της ομογένειας. Έχουμε την τύχη στο πηδάλιο του να βρίσκεται ο πρώτος άξιος της Ρωμιοσύνης, ένας φωτισμένος κληρικός, ο πνευματικός μας ηγέτης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος.
Ο Οικουμενικός μας Πατριάρχης κατάγεται από ένα ταπεινό και μικρό χωριό της Ίμβρου, κατάφερε όμως μέσα από προσωπικό μόχθο να λαμπρύνει με τις αρχές του, την ελευθερία των ιδεών του, το ανοιχτό πνεύμα του, το ήθος του και το αίσθημα περί δικαίου που τον χαρακτηρίζει, την έδρα της Ορθοδοξίας, αλλά και να γεφυρώνει λαούς, θρησκείες και ανθρώπους ανά τον κόσμο. Σήμερα μάλιστα τυγχάνει να είναι και η 21η επέτειος της ενθρόνισης του στο ύπατο αξίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και με την ευκαιρία θα ήθελα να του ευχηθώ έτη πολλά και πάντα άξιος. 

Τελειώνοντας θα ήθελα να απευθύνω βαθιές ευχαριστίες προς την Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών που ιδρύθηκε το 2006 ως φορέας συντονιστικός όλων των ομογενειακών σωματείων, εκφράζοντας τους συμπολίτες του εξωτερικού και φέρνοντας κοντά τους ομογενείς με τη γενέτειρά τους, που αποδεδειγμένα τόσο αγαπούν.
Η Οι.Ομ.Κω. εξαρχής στάθηκε στο πλάι μας, στην νέα πορεία που χάραξε η κοινότητα της Πόλης και σθεναρά πολλές φορές τάχθηκε στο πλευρό μας, στους αγώνες μας. Ιδιαίτερα θα ήθελα να σταθώ στην αξιέπαινη δράση και φυλογένεια του προέδρου της, καθηγητή Νίκου Ουζούνογλου, ο οποίος άκοπα εργάζεται τόσο από την Ελλάδα όσο και διαμέσου των συχνών επισκέψεων του στην Πόλη και σε όλο τον κόσμο για την πρόοδο και την βελτίωση των κοινοτικών μας πραγμάτων. Επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους προέδρους των σωματείων μας στην Ελλάδα για την στήριξη που δείχνουν προς την Οι.Ομ.Κω. και την συνδρομή τους στο έργο της καθώς και τους Ίμβριους αδελφούς μας και τον δραστήριο Σύλλογο τους στην Ελλάδα. Εκ μέρους όλων των Πολιτών επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους συμπολίτες μας που τα τελευταία χρόνια συμπαρίστανται με κάθε μέσο στις προσπάθειες μας.
Επίσης δεν πρέπει να λησμονούμε και όλους τους συμπολίτες της διασποράς, οι οποίοι νοιάζονται για την γενέτειρά τους, προσεύχονται και ελπίζουν για αυτή και αισθάνονται τόσο υπερήφανοι για τον τόπο καταγωγής τους και την ταυτότητά τους. Παρόλα τα βάσανα, τον πόνο, τους ξεριζωμούς και τα παθήματα που υπέστησαν, παραμένουν δεμένοι ψυχή τε και σώματι με τη γενέτειρα τους. Ολοκληρώνοντας, ένα μεγάλο ευχαριστώ θα ήθελα να απευθύνω στον συμπολίτη μας πρέσβη κ. Αλέξη Αλεξανδρή, τον κ. Αντώνη Παριζιάνο Αντιπρόεδρο του ΣΥΡΚΙ και τον κ. Νίκο Ουζούνογλου που προλόγισαν τη σημερινή εκδήλωση όλοι άξια, επίσης, τέκνα της Ρωμιοσύνης. 

Τελικά, όπως οι πρόγονοι μας, είτε αναφερόμαστε στους μεγάλους ευεργέτες του γένους, είτε σε εκείνους που μόχθησαν από το μετερίζι του ο καθένας για την κοινότητά μας, εκλάμβαναν την ενασχόληση με τα κοινά ως μια θεμελιώδη προϋπόθεση κοινωνικής αναγνώρισης και ολοκλήρωσης τους, έτσι και εμείς ως κληρονόμοι και συνεχιστές αυτής της κοινότητας, δεν μπορούμε παρά να νοήσουμε την ύπαρξη μας μονάχα μέσα από την προσφορά και την αυταπάρνηση για την Ομογένεια. Ο άξιος της Ρωμιοσύνης είναι ο καθένας από εμάς, που προσφέρει κάτι από τη ζωή του για το κοινό και συλλογικό καλό της Ομογένειας. Ευτυχώς, με μεγάλη χαρά διαπιστώνω ότι η κοινότητα μας μπορεί να υπερηφανεύεται ότι διαθέτει πολλούς άξιους της Ρωμιοσύνης στην Πόλη και το εξωτερικό…